Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

X-FUCKTORED ME



Η πρώτη μου επαφή με τη μουσική ήταν η ίδια πού’χατε και σεις. Όταν γεννήθηκα. Ή περίπου. Βλέπετε, όπως είπα και παλιά, οι πόνοι έπιασαν τη μάνα μου Σάββατο βράδυ, 13 Ιουλίου, τα νερά έσπασαν, ο αμνιακός σάκος δηλαδή, την Κυριακή το βράδυ, 14 Ιουλίου και γω γεννήθηκα στις 15 βράδυ, Δευτέρα, και με Καισαρική. Οπότε κάποια καθυστέρηση στο να κλάψω, το πρώτο μου τραγούδι, θα την είχα. Αυτό επιβεβαιώνει κι’ο πατέρας μου, παρά τη χαρά του που ο γιος του είναι μέλος της Mensa Ελλάδος, λέγοντας πως η ηλιθιότητά μου δικαιολογείται απ’το γεγονός πως όταν γεννιόμουνα έπαθα ανοξεία…


Συνέχισα να έχω επαφή με το τραγούδι, στην αρχή με λαλαλα, απ’τους 9 μου μήνες και μετά με λεξούλες, μέχρι τα 6 μου περίπου μη μπορώντας να πω καθαρά το ‘ξ’ λένε, τραγουδώντας σχεδόν κάθε τραγούδι που άκουγα στο ραδιόφωνο, στο pick-up και στην τηλεόραση, με ιδιαίτερη αδυναμία στο ‘Είμαι πολύ ωραίος’ του Θέμη Ανδρεάδη, ακούγοντας όλα τα είδη τραγουδιών, μέχρι τα 10 μου, Τετάρτη Δημοτικού δηλαδή, που έγινα ο πρώτος μαθητής 4ης τάξης που μπήκε στη χορωδία του σχολείου. Εκεί φάνηκε προς στιγμήν πως το μέλλον μου ήταν πιο μουσικό παρά αθλητικό, μιας και εκτός από στατικές φάσεις λόγω εσωτερικού και εξωτερικού φάλτσου, καθώς και ιδιαίτερης δύναμης του δεξιού μου ποδιού, όπως και κάποιες εκλάμψεις σε δύσκολες φάσεις του αριστερού μου, και αδιαμφισβήτητα δύσκολες αποκρούσεις σε σουτ, πέναλτις και τετ-α-τετ σαν τερματοφύλακας, γενικά βαριόμουνα να τρέξω στο γήπεδο. Και ποδοσφαιριστής ακίνητος δε γίνεσαι, ενώ τραγουδιστής, αν δεν θες να’σαι ο Ρουβάς ή ο Μικ Τζάγκερ, γίνεσαι, άσχετα με το ότι ποτέ δεν το ονειρεύτηκα.

Προς στιγμής. Γιατί στην 5η τάξη, κι’αφού είχα γίνεις περίτεχνος οργανοπαίχτης ήδη, προτιμήθηκα για την ορχήστρα επειδή ήξερα να παίζω και αυλό, αντί της φωνής μου τώρα που είχαν πληθύνει οι καλλίφωνοι για τη χορωδία αλλά όχι οι οργανοπαίχτες. Παράλληλα είπα να αυξήσω τον αριθμό οργάνων που ήξερα να παίζω, αρχίζοντας μαθήματα κιθάρας. Έτσι κι’αλλοιώς τότε, στα 11 μου, ελάχιστες βυζούδες υπήρχαν στο σχολείο μου, στην πολυκατοικία μου το ίδιο, άρα δεν χανόταν χρόνος για γκομενοδουλειές. Τα μαθήματα χρειάζονταν κανά μισάωρο μόνο για διάβασμα, τσόντες μόνο σε σινεμά μπορούσαμε να δούμε, έκανα μόνο αγγλικά μια φορά τη βδομάδα, το χειμώνα νυκτώνει γρήγορα άρα και το παιχνίδι περιορισμένο, άφθονος χρόνος για διάβασμα βιβλίων, κόμικς, πορνοπεριοδικών με το φανάρι κάτω απ’τα σεντόνια για να μη φαίνεται το φως κάτω απ’την πόρτα, λίγος χρόνος να κλαπεί για μαθήματα κιθάρας δεν ήταν πρόβλημα.

Το επόμενο όργανο που έμαθα ήταν τρομπόνι αλλά με βαλβίδες, για όσους ξέρουν κατ’αρχήν τι είναι το τρομπόνι και συνεπώς και τη διαφορά των δυο, στα 14 μου, παίρνοντας μέρος σε μια φιλαρμονική που είχε ιδρύσει η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, όχι επειδή είχα κονέ, αλλά επειδή, όντας καλό παιδί από τότε, πήγαινα και κατηχητικό κάθε βδομάδα, και κατασκηνώσεις, και κάθε Κυριακή εκκλησιά και κράταγα και εξαπτέρυγα κλπ. Έτσι έμαθα και το κλειδί του φα. Και ενώ σταμάτησα παντελώς το ένα όργανο που έπαιζα, τον αυλό, και στα 16 σταμάτησα ακόμα ένα όργανο, την κιθάρα, να’μαι στη χορωδία του Λυκείου μου, τενόρος. Και όχι, η συμμετοχή μου στη φιλαρμονική και στη χορωδία δεν βοήθησε οπουδήποτε εκτός απ’το να’χω να λέγω και να περηφανεύομαι τρομάρα μου.

Στα δεκαοκτώ, με την αποφοίτησή μου, αφού είχα γράψει και δυο τραγουδάκια ως είθισται από νεαρούς τελειόφοιτους που νομίζουν πως έχουν καλλιτεχνική φλέβα όταν ξέρουν να παίζουν και ένα όργανο που βγάζει και ήχο, και την ενσωμάτωσή μου στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς, ως στρατιώτης για λίγους μήνες, δεκανέας λίγες βδομάδες και μετά ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός, η μόνη επαφή που είχα με τη μουσική, εκτός απ’το ν’ακούω τραγούδια και να καψουρεύομαι, ήταν τα τραγούδια που λέγαμε με παρέες και τη συνοδεία ποτού και τσιμπήματος όταν ήμασταν σε υπηρεσία και περιμέναμε να παίξει η μελωδία της Δαλιδά για σιωπητήριο χωρίς τη Δαλιδά και χωρίς ορχήστρα, μόνο με μια τρομπέτα, και φυσικά κάθε πρωί στις ασκήσεις οι διαταγές που έδινα στο λόχο και τα στιχάκια που φώναζα και επαναλάμβαναν τραγουδιστά ενώ τρέχαμε, είτε για γυμναστική είτε γενικά. Τελειώνω και τη θητεία μου και μετά τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα…

Αν και ποτέ δεν τραγούδησα στο μπάνιο, πάντα τραγουδούσα με παρέες. Και όλοι μου έλεγαν πως δεν είμαι παράφωνος αλλά η φωνή μου είναι άσχημη. Και ποιο ψώνιο λαμβάνει υπ’όψιν ότι του λένε? Οπότε συνέχισα να τραγουδώ. Και μου μπαίνει η φαεινή ιδέα να κάνω μαθήματα φωνητικής γιατί μάλλον στο κλασσικό είμαι ότι θα λείπει όταν σιωπήσουν οι τρεις τενόροι. Και το 97 νομίζω, χωρίς να είμαι και τελείως σίγουρος, ξεκινώ μαθήματα κλασσικού τραγουδιού. Και το 98 μπαίνω και στην τρίτη χορωδία της ζωής μου, σ’αυτήν του Εθνικού Ωδείου Κύπρου. Έμεινα για 8 η 9 χρόνια, και συνέχισα και τα μαθήματα μέχρι πέρυσι. Μ’αυτήν την χορωδία είχα υπέροχες στιγμές, όπως Διαγωνισμοί και Φεστιβάλ, Αθήνα και Λευκάδα, έργα όπως Carmina Burana, Άξιον Εστί με τον Κότσιρα, και ένα σωρό άλλα χορωδιακά κομμάτια από όπερες, οπερέτες, δημοτικά κλπ.

Αυτή την εποχή που ήμουνα ενεργός ερασιτέχνης έκανα και προσπάθειες να … καθιερωθώ στο χώρο. Πρώτα μ’άκουσε κάποιος και μου είπες πως η εταιρεία του θα μου έκανε δίσκο με άριες σε στυλ ροκ, αν πλήρωνα φυσικά. Μετά πήγα δυο φορές στο ‘Να η ευκαιρεία’, την πρώτη χωρίς να ξέρω γιατί κόπηκα και τη δεύτερη ξέροντας πριν πάω ότι θα κοπώ και γιατί. Μετά πήγα σε μια audition εκτός διαγωνισμού, δεν θυμάμαι το παιχνίδι, με επιτροπή τον Ψινάκη, τη Ναταλία νομίζω και τον Θοδωρή. Όταν ξεκίνησα να τραγουδώ το Strangers in the Night, η ξανθιά θηλυκιά της επιτροπής, είπαμε δεν είμαι σίγουρος πως είναι η Ναταλία, άρχισε να γελάει. Σιγά σιγά άρχισαν να μουρμουρίζουν μαζί μου και στο τέλος, το συνεργείο έλεγε το ‘Ντούπυ ντούπυ ντου….’. Ο Ψινάκης μου είπε τα λάθη μου, μου είπε να τα διορθώσω και του χρόνου να ξαναπάω. Συνέχισα τα μαθήματα, έκανα και master classes με ένα Ιταλό, πριν απ’αυτό έκανα και ένα demo δισκάκι αλλά δε μ’άρεσε και δεν το έστειλα πουθενά, τραγουδούσα, πάλι εκτός συναγωνισμού, σε βραδιές καραόκε με ορχήστρα ζωντανά των φοιτητών, αποκτώντας την εμπειρία του κοινού σα σολίστας και βρίσκοντας τραγούδια που είχαν μεγαλύτερη σημασία τα ίδια παρά ποιος τα τραγουδούσε, είχα πάντα κολακευτικά σχόλια, είτε για τραγούδια όπως το Volare που το τραγούδησα στην Ιταλία σ’ένα κέντρο διασκέδασης με επευφημίες απ’τους θαμώνες και τον τραγουδιστή, ή το Koukouroukoukou Paloma που το τραγούδησα στην Πλατεία της Guadalahara με τους Mariachi και τον τραγουδιστή να μου λέει τα λόγια στ’αυτί, Ισπανικά, με όλους τους θαμώνες να χειροκροτάνε, να’ρχονται μετά να μιλήσουν στον Έλληνα που τραγουδά τόσο καλά και ο τραγουδιστής να’ρχεται να θέλει να μάθει για μένα, με διάφορους άγνωστους να μου λένε μπράβο με τελευταία μια γυναίκα, μουσικό και καθηγήτρια μουσικής και φωνητικής, να μου δίνει συγχαρητήρια μετά το τέλος του Musical της Μαρινέλλας φέτος τον Μάη, επειδή μ’άκουσε που τραγουδούσα μαζί με τη Μαρινέλλα κατά τη διάρκεια της παράστασης, με όλους τους χορωδούς να με ‘ζηλεύουνε’ επειδή έφτανα Ρε και ενίοτε Μι ψηλό και να με αποκαλούν χαϊδευτικά ‘Pavarotti’ και η ζωή συνεχιζόταν με μια μικρή φαντασίωση. Μέχρι που όπως είπα τα σταμάτησα όλα και το μόνο που συνεχίστηκε ήταν το κάπνισμα, παρά τις προτροπές Ωτορινολαρυγγολόγων να το σταματήσω λόγω πάχυνσης των χορδών μου και Λογοπαθολόγων.

Μέχρι που φτάνουμε στο φετεινό X-FACTOR. Στέλνω μήνυμα συμμετοχής στις 14 Ιουλίου βράδυ, με παίρνουν στις 15 το πρωί, ημέρα γενεθλίων μουο, και μου λένε να παρουσιαστώ το βράδυ στις 7 στο Hilton. Πάω κατά τις 8μισυ με τη γυναίκα μου, έτοιμοι για έξοδο για να γιορτάσω τα ένδοξα γενέθλιά μου. Περιμένω λίγο, μαθαίνω ότι πήραν παρουσίες, λέω στον ένα απ’τους τρεις της παραγωγής υποθέτω ότι μόλις ήρθα και σε λίγο μπαίνω μέσα, μαζί με άλλους 3. Έρχεται η σειρά μου, με ρωτάνε τα γνωστά, όνομα, επάγγελμα κλπ, ο ένας παίρνει αριθμό και τον δείχνει σε μια camera και με ρωτάνε τι ετοίμασα. ‘Τίποτα’ τους απαντάω. ‘Αλλά έφερα μαζί μου τα κομμάτια’. Παίρνω το ‘Πάρτυ’ και το τραγουδάω. Λάθος μου. ‘Ευχαριστώ’ μου λένε και πάω να φύγω. ‘Δεν έχεις κάτι άλλο να μας πεις? Στο πίσω μέρος τι έχεις?’. Μού’χαν τελειώσει τα φύλλα χαρτιού που τα τύπωνα κι’έτσι κάποιο το τύπωσα στην πίσω σελίδα. Ήταν το ‘Δεν είμαι εγώ’ τους Χατζή. Το’πα. Τους άρεσε. Καθ’όλη τη διάρκεια η κοπέλα με τραβούσε με τη κάμερα, από πάνω μέχρι κάτω. Πρόσωπο, κοιλιά, πόδια, ίσως και τα μαλλιά μου κότσο. Με φώναξαν να πλησιάσω. Μου ζήτησαν το τηλέφωνό μου για να με ειδοποιήσουν.

-Μιας και σας δίνω το τηλέφωνό μου σημειώστε, μήπως και χρειαστεί, πως απ’τις 25 Ιουλίου θα απουσιάζω εξωτερικό.

-Ξέχασέ το. Στις 26 είναι οι auditions.

-Δε μπορώ. Δε γίνεται. Έχω κόψει εισιτήρια αεροπλάνων, τραίνων, ξενοδοχεία, είναι η άδειά μου και δε μου δίνουν άλλη.

-Να τ’αλλάξεις όλα. Πρέπει να είσαι εδώ.

-Βάλ’τον για Αθήνα.

-Έρχεσαι Αθήνα?

-Έρχομαι.

-Ωραία. Θα τα πούμε στην Αθήνα τότε.

Δεν το πίστευα. Τηλεφώνησα την άλλη βδομάδα. ‘Είσαι ο τραπεζικός, ναι? Υπολόγισε γύρω στις 20 Αυγούστου. Θα σε ειδοποιήσουμε’. Λογικά δεν θα μπορούσα εκείνη την περίοδο. Καλοκαιρινές άδειες κι’ήμουνα ο μόνος χειριστής απογευματινός στη δουλειά. Βολιδοσκόπησα για 2 μέρες άδεια. Αδύνατο. Παρακαλούσα να είναι Σαββατοκύριακο οι auditions. Στις 19 Αυγούστου το βράδυ είδα στην τηλεόραση πως έγιναν οι auditions στην Ελλάδα. Πήρα τηλέφωνο. ‘Ακόμα δεν έχουν γίνει’ μου είπαν. Σε καμιά βδομάδα ξαναπήρα. ‘Θα σας πάρουν απ’το αρμόδιο τμήμα’ μου είπαν. Ακόμη δε με πήραν. Μου θύμισαν την εποχή που έδωσα εξετάσεις για τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, κόπηκα, έγκυρο αυτό, λόγω πολιτικών φρονημάτων, και εδώ και 22 χρόνια ακόμα θα με ειδοποιήσουν πως δεν πέρασα.

Τέλειωσε η μουσική σταδιοδρομία για μένα? Ίσως ναι όπως την σκέφτηκα. Ίσως όχι. Απ’τη στιγμή που κάθε εμπόδιο είναι για καλό και κάθε τι που συμβαίνει έχει κάποιο σκοπό, ίσως απλά να έπρεπε να γίνει έτσι για να στρέψω την προσοχή μου αλλού. Που? Έλα ντε. Ακούω ιδέες…


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: