Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Ταξιδευτή (Λάθος επενδύσεις)...



Από παιδί... Τι λέω από παιδί. Αφού και τώρα παιδί είμαι. Ναι, ένα παιδί σε σώμα γέρου μεσήλικα με γκρίζα μαλλιά, κάτι που μπορείς να πεις γένια αλλά πάλι σκέφτεσαι αν θα τα πεις έτσι, βάρος μικρού ελέφαντα – να το παιδί πάλι – και διαύγεια πνεύματος όση διαύγεια έχουν τα στάσιμα νερά στους δημόσιους κήπους σε καλοκαιρινή εποχή λειψυδρίας (να σε λίγο η Φένυα που θα με δέρνει διαδικτυακά γιατί πάλι κλαίγομαι θα λέει αλλ’όχι γλυκειά μου, έχω ψυχραιμία χειρουργού που αφαιρεί όγκο απ’τον εγκέφαλο αυτή τη στιγμή). Εν πάσει περιπτώσει, ανέκαθεν (τι ωραία ακούγεται αυτό) είχα πρόβλημα μεγάλο, μαζί με τα άλλα μου όλα, αρκετά απ’τα οποία μεγάλωσαν κι’άλλα που έγιναν κόμπλεξ. Το ότι επένδυα σ’όλους τους ανθρώπους. Ευκολόπιστος, μιας και γενικά δε λέω ψέματ, πάντα μέσα στην τρελλή χαρά, ατόφιος, αγνός, ωμός, ευσυγκίνητος, ευαίσθητος (σταματήστε το ψώνιο ρεεεεε) και κάνοντας ότι κάνετε όλοι σας, δηλαδή κρίνοντας τους άλλους απ’τις εμπειρίες μου και με βάση το τι είμαι εγώ, νόμιζα πως όλοι είναι σαν εμένα. Και έτσι πίστευα όλους και επένδυα σ’όλους. Και την έπαθα αρκετές φορές. Ξεγελάστηκα. Τώρα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Γιατί απ’τη μια δεν πολυπιστεύω αλλά απ’την άλλη συνεχίζω να επενδύω. Να επενδύω σε κάτι που νομίζω, σε κάτι που πιστεύω, σε κάτι που ‘βλέπω’ πίσω απ’τις λέξεις, τις πράξεις, λέγοντας ‘η ιδέα σου είναι ρε, δε μπορεί, καχύποπτος είσαι πάλι’ (σα να ξανανέβασα έτσι ποστ ή μου φαίνεται?).
Εν πάσει περιπτώσει, αυτά τα σκοτάδια και τα κενά που έχουμε όλοι μας λίγο πολύ, αυτές οι δυσλειτουργίες που έχουμε οι πλείστοι που ασχολούμαστε με το δίκτυο όχι για να βρούμε την κότα με τα χρυσά αυτά και να κάνουμε λεφτά αλλά για να πούμε τον πόνο μας, τους προβληματισμούς μας, τις ιδέες μας, να σκοτώσουμε την ώρα μας, να ξεχάσουμε, να γαμήσουμε κλπ, αυτά άφησα να κυριεύσουν και μένα. Βάζοντας πάνω απ’όλα τις ανάγκες μου αλλά και τα πιστεύω μου, έκλεινα τ’αυτιά στις βροντές και τ’άνοιγα στις σειρήνες. Πόσες φορές δε μού’παν ‘get a life man’ και γω τους έγραφα γιατί έχω ήδη πολύ έντονη ζωή σε σημείο που να αποφεύγω να τη ζήσω μόνο και μόνο για να είμαι πιο χαλαρός. Πόσες φορές δε μού’παν ‘ασχολείσαι με οθόνες’ και γω πάντα έλεγα ‘μα αφού η δική μου οθόνη καταλήγει σ’ένα πληκτρολόγιο που κτυπάν τα δάκτυλά μου χαράσοντας τις λέξεις απ’το μυαλό μου εκφράζοντας τα συναισθήματά μου σημαίνει πως και στην άλλη οθόνη, κάτω απ’τη μάσκα του άλλου άβαταρ είναι ένας άνθρωπος σαν και μένα’. Και αυτό με έσπρωχνε πάντα να ψάξω τον άνθρωπο κάτω απ’τη μάσκα απέναντί μου. Ρωτώντας, βλέποντας και συμπεραίνοντας. Πότε λάθος, πότε σωστά. Και ήρθε η ώρα να δω από κοντά αυτές τις μάσκες. Και όμως, προτίμησαν να μείνουν μάσκες.
Σε αρκετές είχα ζητήσει να βρεθούμε. Εκτός από δυο που γνώρισα μέσω του blogspot και μιλάμε και στο facebook, που απλά ήθελα να γνωριστούμε λόγω περιέργειας και θαυμασμού για το έργο τους, το γραπτό, χωρίς σχεδόν ποτέ να μοιραστούμε προσωπικές στιγμές ή να φτάσουμε στο σημείο να αποκαλεστούλμε φίλοι, αλλά πολύ καλοί γνωστοί, και φυσικά είναι και οι μόνες που δε με πείραξε καθόλου που δεν βρεθήκαμε, αντίθετα, με την απάντησή τους, απλή, ειλικρινής, αποδεκτή, με έκαναν να τις εκτιμήσω ακόμα περισσότερο, με τις υπόλοιπες είχα ένα θέμα. Εκτός λοιπόν από την Elekat που δε μπορέσαμε να βρεθούμε διότι αποκοιμήθηκα και δεν προλάβαινα – ήταν και η κίνηση αηδία την Πέμπτη λόγω απεργίας των Μ.Μ.Μ.- όλες οι άλλες, καθώς και ο October – ναι, ήθελα να γνωρίσω και τον Οκτώβρη μιας και τό’πα πως έχουμε πολλά κοινά – μου έδωσαν δικαιολογίες νηπιαγωγείου. ‘Δεν θέλω να βρεθούμε γιατί αν βρεθούμε θα με πηδήξεις’, ‘Δεν θέλω να γίνει πιο προσωπική η σχέση μας’, ‘Θα χάσω την εικόνα που έχω για σένα στο μυαλό μου’, ‘Για μένα το νετ είναι απλά για ξεκούραση’, ‘Είμαι πνιγμένη απ’τη δουλειά’ και άλλα τέτοια. Άτομα που μοιραστήκαμε αρκετά, ακόμα και cyber κάναμε με κάποιες – το ξαναλέω, για μένα ευτυχία με μια γυναίκα είναι να την κάνω να γελάει και να χύνει, ειδικά όταν την ακούω. Και απλά ένοιωθα πως ήρθε η ώρα να σμίξει η πραγματικότητα με την πραγματικότητα. Φιάσκο. Δικό μου. Όχι, δεν φταίνε αν εγώ ήμουνα μαλάκας κι’άκουγα τις σειρήνες, αν εγώ νόμιζα πως τα δάκτυλα που κτυπάνε τις λέξεις στην άλλη άκρη του πληκτρολογίου είναι δάκτυλα φαντάσματος που δεν υπάρχει. ‘Γιατί δε με καταλαμβαίνεις?’ η αιώνια ερώτηση. Σε καταλαμβαίνω μικρή μου. Εσύ προσπαθείς να με καταλάβεις? Εσύ αφήνεις τον εγωισμό σου κατά μέρος για έναν καφέ? Ή μήπως πάντα θες τους άλλους να κάνουν αυτό που σ’αρέσει? Μα αυτό δεν είναι εκμετάλλευση? Δεν τους χρησιμοποιείς? Ναι, ξέρω. ‘Συγγνώμη, δεν σε χρησιμοποίησα ποτέ, απλά μ’αρέσει να σου μιλάω, με κάνεις να νοιώθω καλά και φοβόμουνα πως αν γνωριζόμασταν περισσότερο θα το έχανα, δεν ήθελα να σε προσβάλω ή να σε πληγώσω.’ Μα δε με πλήγωσες ή με προσέβαλες. Απλά θύμωσα. Με μένα. Κι’αυτό είναι αρκετό. Δεν στο ζήτησα για να μην είμαι μόνος. Ταξίδεψα σε πόλεις όπως Κολωνία, Βαρκελώνη, Λισσαβώνα, εντελώς μόνος, χωρίς να ξέρω τη γλώσσα καν, συνεννοούμενος με λίγα αγγλικά και πολλά νοήματα. Και δεν ένοιωσα μόνος. Δεν ήταν αυτός ο λόγος. Στο είπα ξεκάθαρα. Ήταν για να νοιώσω εγώ καλύτερα πως μιλάω με ανθρώπους. Θα μου πεις και με άλλες που γαμηθήκατε, ερωτευτήκατε, βρεθήκατε, τώρα δεν εξαφανίστηκαν ή εξαφανίζονται σιγά σιγά? Μα ναι. Σκοτώνοντας κάθε ωραίο που ένοιωσα τότε. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Προχωράς μόνος. Ίσως και να με μίσησαν πλέον. Και αυτό τελικά συναίσθημα είναι.
Τους τελευταίους έξι μήνες πέρασα, και περνάω, δύσκολα. Κάνοντας δουλειές πολλές στο σπίτι, εισπράττοντας κάθε αδικία και εκμετάλλευση στη δουλειά μου, έχοντας για παρηγοριά 2-3 φίλους που έχω και κάποιους απ’εδώ μέσα που πίστευα πως ήμασταν φίλοι. Τον περασμένο μήνα αυτό, για το εδώ μέσα, άρχισε να κλονίζεται. Ξέφυγα για λίγο στο facebook, και ήδη άρχισαν οι διαγραφές μου. Ακόμα και δυο κορίτσια που γνώρισα εδώ μέσα τους ζήτησα να με προσθέσουν για φίλο και το αρνήθηκαν, η μια για δεύτερη φορά, η άλλη μόλις το είδε διέγραψε παντελώς το προφίλ της, θέλοντας να μην έχω καθόλου επαφή μαζί της και να μη μαθαίνω νέα της. Συμπέρασμα? Καμία τύψη πλέον για τα πιθανά λάθος συμπεράσματα που βγάζω. Και κανένας οίκτος. Η διαφορά μου απ’τους άλλους είναι ακριβώς πως είμαι πολύ απ’όλα και ελεγχόμενα. Δεν είμαι κάφρος, λάγνος, ζήτουλας, ξενέρωτος, κομπλεξικός κλπ. Είμαι απ’όλα και ότι θέλω όταν θέλω κι’όπως θέλω. Αν αφεθώ επειδή το θέλω, όπως έκανα πριν ένα μήνα με δυο τρεις από δω μέσα. ‘Πρέπει να ξέρεις που σταματάς’ μου’πε μια. Μα ξέρω. Στον τοίχο. Αλλοιώς μένουν εκκρεμότητες. Και η ζωή μου έχει πολλές, δεν θέλω άλλες. Και το κυριότερο, που δεν κατάλαβες γλυκειά μου. Ο μόνος τρόπος να σκοτώσω κάθε ευγενικό συναίσθημα που ένοιωσα, είναι να το γυρίσω σ’αρνητικό, ή τουλάχιστο σε ουδέτερο. Κι’αυτό μόνο αν δε μου μιλάς, αν με βρίσεις, αν πάψω να υπάρχω για σένα. Τό’πα ξανά, οι ουλές για μένα είναι απαραίτητες. Και δε μ’αρέσει να διαγράφω κόσμο απ’τη ζωή μου. Γι’αυτό σου δίνω την ευκαιρεία να το κάνεις. Βλέπεις ξέρω πότε πρέπει να σταματήσει κάποιος για να συνεχίσεις να τον εκτιμάς. Και γω θέλω να πάω πιο κάτω για σένα. Αλλιώς θά’ναι σα να σε φτύνω. Και συ κολλάς στο φτύσιμο. Ίσως ν’ακούγεται χαζό αυτό. Μπορεί και νά’ναι. Ενόσω όμως έτσι δουλεύει για μένα, έτσι θα το δουλεύω.
Ήρθα Αθήνα την Παρασκευή, επέστρεψα την Κυριακή, ξανάρθα την Τρίτη, επέστρεχα ψες. Πήγα Bob Dylan, Jean Michelle Jarre και στην εκδήλωση του εργαστηρίου του Αντέννα. Τα θετικά? Η ψευδαίσθηση του Woodstock, τα μπράβο στην ωμότητά μου και στην θανατηφόρα ακομπλεξάριστη ειλικρίνειά μου από καθηγητές σε μια απάντηση που έδωσα σε ερώτηση του Αθλητικού Εισαγγελέα (έκαναν το λάθος να με βάλουν επειδή σήκωσα το χέρι μου και δε με ήξεραν) με αποκορύφωμα τα συγχαρητήρια του Ναυάρχου διευθυντή της σχολής (τό’πα ξανά, τα μπράβο μ’αρέσουν μόνο από αγνώστους) και φυσικά η μαγεία του Jean Michelle Jarre. Ένα παιδί σχεδόν εξήντα, απ’τους ανθρώπους που ζηλεύω και θέλω να μοιάσω, γιατί αυτούς ζηλεύω στη ζωή μου. Τους καλύτερούς μου σε θέματα δημιουργίας και προσφοράς στον πολιτισμό και γενικά στο ανθρώπινο γένος. Και όπως έγραψα, φυσικά, πήρα για πρώτη φορά στα χέρια μου Athensvoice. Και ναι ήταν σημαδιακή. Μου έκανε κλικ. Πλέον η σχέση μου μαζί σας θα είναι όπως μια εφημερίδα. Απλά θα με διαβάζετε. Τουλάχιστο για λίγο καιρό σίγουρα. Μετά δεν ξέρω. Ίσως απλά δεν υπάρχω πλέον. Τουλάχιστο για σας, οπότε δεν θα χρειάζεται να γράφω και για σας. Αλλά, αφού έτσι κι’αλλοιώς μια οθόνη είμαι, κι’αφού για μένα γράφω, έτσι θά’ναι προς το παρών. Αφού εγώ φταίω σε τελική ανάλυση, εγώ δίνω και τη λύση στο πρόβλημα. Κι’ένας Αυτοκράτορας πάντα έχει λύσεις. Πάντα. Τα λέμε? Εγώ ναι. Εσεις ναι. Μεταξύ μας δεν ξέρω. Αλλά με κάνατε να μη μ’ενδιαφέρει βασικά. Κι’ας με ενδιαφέρετε αφάνταστα. Πάντα μου λέγανε να προσαρμόζομαι, να μην προσπαθώ ν’αλλάξω τον κόσμο, να προσπαθώ να αλλάξω εγώ, να μοιάσω περισσότερο στον κόσμο κλπ. Και πάντα έλεγα ‘Να προσαρμοστώ σε κάτι που θεωρώ λάθος? Να γίνω ένα λάθος?’. Όχι. Αλλά μπορώ να γίνω αυτό που είστε για να σας δείξω τι είστε. Κι’αν δεν σας αρέσω, δε με πειράζει. Βλέπετε, αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, που υπάρχει, επειδή θα βρεθούμε στην κόλαση, τουλάχιστο θά’χω την ησυχία μου. Φανταστήκατε να κάναμε όλοι μαζί παρέα? Μου φτάνουν καμιά δεκαριά. Αλλά πάλι, όπως είπα και στο προηγούμενό μου ποστ, ο ουρανός με περιμένει. Και σεις, αν δεν είστε μαζί μου, θά’σται απέναντί μου ή στη φυλακή σας. Και είναι κρίμα να θες ν’απελευθερώσεις ένα φυλακισμένο που φοβάται το φως. Στο τέλος θα σε μισήσει.
Στο ξαναλέω μικρή μου. Μην κρίνεις τα γραφόμενά μου απ’τα συναισθήματα που σου ξύπνησα. Τό’χω, σε σημείο να φοβάμαι κάποιες φορές, αυτό. Να ξυπνώ συναισθήματα, όμορφα κι’άσχημα. Όπως η βροντή. Απότομα. Αλλά είμαι ήρεμος μέχρι αηδίας. Κι’αυτό με φοβίζει. Γιατί αυτή την παγερή ηρεμία την έχουν οι χειρουργοί και οι στυγνοί δολοφόνοι. Ευτυχώς όμως κι’οι μαχητές του ήλιου και του φεγγαριού. Και οι Αυτοκράτορες. Εγώ? Απλά συνεχίζω. Εσύ? Ότι θες κάνε. Ίσως να με χρειαστείς τολμήσεις να ζητήσεις βοήθεια. Θα στη δώσω. Γιατί? Μα είμαι άνθρωπος. Όπως και συ. Και μετά? Θα συνεχίσω το ταξείδι μου. Όπως μ’αρέσει. Επειδή γι’αυτό υπάρχω τελικά. Για να ταξιδεύω παντού. Και κυρίως στον ουρανό και στις ψυχές. Όπως ταξίδευσα και στη δική σου. Κι’ας ήταν μικρή για να με χωρέσει. Δεν πειράζει. Το σύμπαν τα σύνορά μου. Κι’ο ήλιος ο προορισμός μου. Κι’ο Αυτοκράτορας στο θρόνο του. Καθείς εφ’ω ετάχθη...