Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Σκοτεινά Φώτα...


Πάντα λάτρευε τη νύκτα. Όχι, δεν ήταν αιλουροειδές που θά’βγαινε για κυνήγι. Κι’ας τό’κανε κάποτε, ανεξαρτήτως της λείας. Δεν είχε ώρες συγκεκριμένες για τίποτα. Ότι ήθελε το έκανε, ή τουλάχιστο προσπαθούσε και τό’κανε αν μπορούσε ανεξαρτήτως ώρας, μέρας, καιρού, εποχής. Απλά λάτρευε τη νύκτα. Ίσως γιατί ήταν σαν την καρδιά του. Σκοτεινή με ψεύτικα φώτα να προσπαθούν να την φωτίσουν αποτυχημένα. Ίσως πάλι γιατί όλοι ήταν ίσοι. Όσοι έλαμπαν έλαμπαν ψεύτικα, δείχνοντας και το πόσο ψεύτικοι ήταν. Όσοι χαμογελούσαν φαινόντουσαν και μετέδιδαν το χαμόγελό τους σαν φως στους υπόλοιπους. Κι’όσοι θλίβονταν απλά ήταν στο στοιχείο τους με πλήρη απόκρυψη απ’το περιβάλλον. Οι γυναίκες όλες ίσες. Πουτάνες, πιπατζούδες, τεκνατζούδες, ανέραστες, σκύλες, αγάμητες, κακογαμημένες, λεσβίες, πιστές, ερωτευμένες, θλιμένες, συνδυασμοί των πιο πάνω, όλες ίσες. Και με ένα δυο ποτάκια όλες το ίδιο. Οι άνδρες? Εξισόνονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όλοι να απολαύσουν τις χαρές της νύκτας. Ή καλύτερα την ηδονή και τη λήθη. Όσοι δεν ήθελαν, δε μπορούσαν ή δεν το χρειάζονταν απλά δεν κυκλοφορούσαν. Έμεναν κλεισμένοι, μακρυά απ’τα χλωμά φώτα, στη χαρά τους ή τη λύπη τους, στη συντροφιά τους ή τη μοναξιά τους. Ναι, όλοι την ηδονή. Την ηδονή της ψυχής, ανεξαρτήτως μέσου ή κόστους. Την ηδονή για να ξεχάσουν. Ένα μουνί, ένα κωλαράκι, μια πούτσα, αρκετά για να ξεχάσεις. Για λίγο όλες γίνονταν πουτάνες, όλοι γίνονταν γαμιάδες. Όλοι? Όλοι αυτοί που έβρισκαν τον τρόπο να ξεχάσουν μέσα απ’ένα πήδημα, ένα λεσβιακό, ένα όργιο. Άλλοι δε μπορούσαν ή δεν ήθελαν. Δύσκολο να ξεχωρίσεις το βράδυ τον αποτυχημένο απ’τον θλιμμένο ή τον δυνατό. Ένα ποτό μετά από αμέτρητα ‘ένα ποτό’ έκανε τη δουλειά του. Άλλοι μετά από μια ένεση. Άλλοι μετά από μια ληστεία, ένα φόνο, ένα κοντραμπάτο. Κι’άλλοι απλά να παρατηράνε. Να παρατηράνε αδιάκοπα όλους τους πιο πάνω να αναζητούν την ηδονή για να ξεχάσουν. Να ξεχάσουν την ασημαντότητά τους, τον πόνο τους, τις ουλές τους, έναν έρωτα, μια αγάπη, μια προδωσία, μια πουτάνα, το μηδέν τους. Ναι, το βράδυ, κάθε βράδυ, όλα γύριζαν στο 0. Όλα γίνονταν ίσα. Ίσως γι’αυτό τελικά λάτρευε τα βράδυα. Όχι επειδή όλες γίνονταν πουτάνες, όχι επειδή οι ουλές του δεν φαινόντουσαν ή δεν πονούσαν, όχι επειδή μπορούσε να κυνηγήσει κι’ας έτρωγε τ’αποφάγια των τρωκτικών και των αιλουροειδών, όχι επειδή τα χλωμά σκοτεινά φώτα άναβαν ψευδαισθήσεις στη ψυχή του χωρίς να την καίνε όπως το φως της μέρας, όχι επειδή η μοναξιά του έβρισκε διέξοδο και συντροφιά με άλλες μοναξιές, όχι επειδή ο έρωτας γινόταν καύλα και λαγνεία και δεν πονούσε πλέον. Απλά επειδή γινόταν κι’αυτός όπως όλοι. Ένα μηδέν. Κι’ας ήταν ένα άπειρο τη μέρα. Ένα ολομόναχο τεράστιο άπειρο. Και σκοτώνει νά’σαι ολομόναχο άπειρο, ν’απλώνεις τα χέρια ν’ανεβάσεις μια καρδιά, δυο, τρεις κοντά σου κι’αυτές να επιμένουν να είναι στο 0. Σκοτώνει. Και δεν αντέχει άλλους θανάτους...


Αύριο θά’μαι και πάλι κοντά σου αγάπη μου. Και με ξέρεις. Δεν είμαι λίγο απ’όλα. Είμαι πολύ και όλα. Δεν θέλω μοιρασιές, δεν θέλω γυφτιές, δεν θέλω ψέματα. Τα θέλω όλα, όπως τα δίνω όλα. Μα πάνω απ’όλα τη μαγεία σου. Μάγεψέ με και πάλι. Να σε ξανανοιώσω στην καρδιά μου, να γυαλίσει και πάλι το βλέμμα μου απ’τη λαγνεία σου, να γελάσει η ψυχή μου απ’την ηδονή που θα μου χαρίσεις. Μη γίνεις και συ ακόμα μια άλλη, ακόμα μια πρώην. Μη γίνεις και συ ένα 0. Δεν αντέχω άλλα...

1 σχόλιο:

El Amor είπε...

μερκες φορές νομίζω σ αρέσει να κάνεις τους άλλους να πονάνε...
καληνύχτα..