Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Μάγισσα...


Καθόταν στη μεγάλη δερμάτινη καρέκλα του γραφείου του, ειδική παραγγελία, καρέκλα που μόνο ένας αυτοκράτορας απ’τα παλιά θα’χε σα νά’τανε ο θρόνος του. Απ’τ’ανοικτό παράθυρο, αν και στον 15ο όροφο, έμπαινε η μυρωδιά της βρεγμένης γης μετά την απογευματινή καλοκαιρινή καταιγίδα. Ακόμα μια καταιγίδα τις τελευταίες μέρες, πράγμα ασυνήθιστο για την περιοχή που έμενε και δούλευε, που μόνο δυο εποχές υπήχαν βασικά και ήταν αμιγείς. Λες κι’ο ουρανός ήθελε να του θυμίσει ποιος είναι, κάτι που φαινόταν πως είχε ξεχάσει τώρα τελευταία. Μια καταιγίδα που περνούσε, δρόσιζε και έφευγε για άλλες χώρες με ξηρασία, αφήνοντας και παίρνοντας όμορφα συναισθήματα. Φαινόταν τουλάχιστο. Ίσως όμως να μην είχε ξεχάσει. Ίσως ήθελε να γίνει απαλή βροχή και να χωθεί στα σπλάχνα μιας γης γινόμενος πηγή, ρυάκι, λίμνη, καταρράκτης, να κατασταλάξει, να ξεκουραστεί, να βρει καταφύγιο. Ίσως απ’την άλλη να ήθελε απλά να ξανανακαλύψει τα όριά του. Τα πάνω, τα κάτω, όλα.



-Σ’έφερε εκεί που ήθελε. Τώρα σε κάνει ότι θέλει. Είναι πιο έξυπνός σου και πιο δυνατός σου.


Τα λόγια της τριγύριζαν στο μυαλό του. Φαινομενικά είχε δίκηο. Ουσιαστικά δεν ήξερε. Αυτή ήταν μια τακτική που χρησιμοποιούσε ανέκαθεν. Εκτίθετο φέρνοντας τον αντίπαλο σ’αμηχανία και κάνοντάς τον να ενεργήσει σπασμωδικά, πιστεύοντας πως τον είχε στο χέρι και μετά με μια κίνηση τον διέλυε. Έτσι όμως συμβαίνει και τώρα ή έχει τελικά δίκηο η μικρή ξανθιά νεράιδα? Και ο αντίπαλος είναι ένας ή δυο? Κοίταξε τις φωτογραφίες με τους Αυτοκράτορες στον τοίχο. Μέγας Αλέξανδρος, Ιούλιος Καίσαρας, Βασίλειος ο 2ος ο Βουλγαροκτόνος, Καρλομάγνος, Τζέγκις Χαν, Μέγας Ναπολέων και άλλους. Λάτρευε την ιστορία, τους πολέμους, τις τακτικές. Πάντα έλεγε πως απ’τον καιρό που οι διαφορές έπαψαν να λύνονται με τα όπλα κι’ανάλαβαν δράση οι πολιτικοί, και οι ποιητές έπαψαν να μιλάνε για επιστροφές νικητών και άρχισαν να μιλάνε για χαμένες πατρίδες και χαμένες κι’ανεκπλήρωτες αγάπες και έρωτες, ο κόσμος σκάτωσε. Σκέφτηκε τα κοινά που έχει μ’αυτούς. Όλοι άφησαν πίσω τους μεγάλο έργο αλλά πέθαναν με το παράπονο και τη δυστυχία στην καρδιά τους. Αυτός, εκτός απ’τον κομπλεξισμό του, κάτι κοινό με τους αυτοκράτορες μαχητές που θαύμαζε, προς το παρών μόνο τη δυστυχία είχε.


-Πολύ φιλοσοφημένο αυτό που λες’ του είχε πει κάποια μια μέρα για κάτι εντελώς απλό και συνηθισένο. Ήταν πριν της πει πως είναι παντρεμένος και εξαφανιστεί.


-Ναι, βλέπεις, ένας σαραντάχρονος άνδρας είναι ή πλούσιος κι’επιτυχημένος ή φιλόσοφος κι’αποτυχημένος ή τίποτα. Διάλεξα το δεύτερο’ της απάντησε.


Ήρθαν στο μυαλό του οι δυο του ‘αντίπαλοι’. Ή ένας. Δεν ήξερε και δεν τον ένοιαζε. Πολλά κοινά είχαν μεταξύ τους στον τρόπο δράσης και σκέψης. Ο ένας, στο διπλανό γραφείο, μέχρι και Ιάπωνα αυτοκράτορα είχε στον τοίχο του. Ο άλλος, στον πιο πάνω όροφο που όμως θα μπορούσε άνετα να είναι και στο διπλανό γραφείο, μέχρι και ιδιωματισμούς της ιδιαίτερής του πατρίδας έμαθε για να τον κοροϊδεύει προφανώς. Και ανάμεσά τους γυναίκες. Γυναίκες που αυτός είχε μια σχέση συνήθως απροσδιόριστη, αλλά και πολύ στενή με κάποιες. Και αναγνώριζε πως οι κόντρες ξεκίνησαν απ’αυτόν. Όχι διότι ήθελε τις γυναίκες αποκλειστικότητά του. Μια χαρά περνούσε κι’αυτός και οι άλλοι μαζί τους και φυσικά και εκείνες. Όχι. Ούτε επειδή ενοχλήθηκε για τις επιτυχίες τους. Ένα μαχητής ξέρει να χάνει. Όπως κι’ένας εραστής. Και αυτοί τό’χαν έμφυτο. Ήταν επιτυχημένοι. Απλά όλη η επιτυχία τους, τουλάχιστο όπως το είχε σκεφτεί αυτός, βασιζόταν στο να κάνουν ότι έκαναν για να είναι αρεστοί ακριβώς στις γυναίκες, και κατ’επέκταση και στον υπόλοιπο κόσμο. Πολύ ανεπτυγμένες τεχνικές πάνω στις οποίες βάσιζαν όλη την ύπαρξή τους. Να αρέσουν. Κάτι που πίστευε πως δεν αντιστοιχούσε σ’αυτόν. Όχι πως υπάρχει έστω κι’ένας άνθρωπος που δεν θέλει ν’αρέσει. Απλά αυτός, ως πιο μοναχικός, όπως τους αυτοκράτορες που θαύμαζε – καθόλου τυχαία η συναισθηματική σύνδεση - έκανε ότι έκανε, όταν τό’κανε, για την καύλα του απλά, γιατί έτσι γούσταρε, έτσι ήθελε, έτσι την έβρισκε, είτε άρεσε είτε όχι. Και το χειρότερο, ήξερε ακριβώς και συνειδητοποιούσε τι να κάνει και τι όχι, κι’όταν έβλεπε τι έκανε αρκετές φορές ένοιωθε άσχημα θεωρώντας πως εκμεταλλεύεται την ισχύ του για να κατακτήσει κάτι που μετά θα έπρεπε να το αφήσει να συνεχίσει μόνο. Ακριβώς όπως το θάνατο στη μάχη. Ακόμα κι’όταν είσαι υποχρεωμένος να σκοτώσεις για να μην σκοτωθείς, με καθαρό μυαλό και παγωμένα αισθήματα, χωρίς θυμό ή απόγνωση όπως όταν σκοτώνεις εν βρασμώ ψυχής, μετά πάντα σκέφτεσαι πως ο νεκρός απέναντί σου ίσως δεν είχε τη δύναμη να πει ‘όχι’ σ’αυτόν τον πόλεμο...


Προσπαθούσε να τελειώσει το άρθρο για την αγάπη και συνέχιζαν να τριγυρίζουν στο μυαλό του τα λόγια της μικρής ξανθιάς νεράϊδας.


-Το ξέρει ότι μ’έχει...


Αυτός τό’ξερε. Εκείνη τ’αρνιότανε συστηματικά. Εκτός από στιγμές που όπως έλεγε ‘την έπιανε στον ύπνο’. Χαμογέλασε. Πόσες φορές δεν έπιασε τον κόσμο στον ύπνο. Πόσες φορές δεν τον οδηγούσε με τα λόγια εκεί που ήθελε και μετά έκανε μια ερώτηση ή μια δήλωση και ο άλλος απλά παραδιδόταν, είτε με λόγια είτε με την αντίδρασή του. Πόσες φορές δεν είχε υπ’όψιν του μια δήλωση του παρελθόντος και με μια φαινομενικά άσχετη συζήτηση κατάφερνε να πάρει επιβεβαίωση ή διάψευση της προηγούμενης δήλωσης, χωρίς ο συνομιλητής του να πάρει χαμπάρι... Αυτός τό’ξερε λοιπόν ότι τον αγαπούσε. Όπως ήξερε κι’ότι την αγαπούσε, κι’ας ένοιωθε ο άλλος πως την έχανε. Εκείνο όμως που ήξερε επίσης ήταν πως κανείς απ’τους δυο δεν αγαπούσε τον άλλο. Απλά ήθελε ο ένας κοντά του τον άλλο για να ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία του, το συναισθηματικό του κενό. Κάτι που θα γιατρευόταν αν αφήνονταν κι’οι δυο ν’αγαπήσουν πραγματικά αυτό που μπορούσαν και δεν το πολεμούσαν προσπαθώντας να κρατηθούν στην υποτιθέμενη αγάπη τους, έστω κι’αν δεν αγαπούσαν ο ένας τον άλλο. Έτσι κι’αλλοιώς, όταν αγαπάς θες την ευτυχία του άλλου κι’όχι την ευτυχία σου. Όμως ήξερε επίσης πως ο τρόπος που αποφάσιζε και εξηγούσε τα συναισθήματα των άλλων, αυτός ο απολυταρχικός αδιαμφισβήτητος τρόπος τους, μόνο εχθρούς του δημιουργούσε. Ποιος ήταν αυτός που ήξερε καλύτερα απ’τους ίδιους τι ένοιωθαν και γιατί? Χαμογέλασε. Είχαν δίκηο. Και έτσι χαλούσε όλες τις σχέσεις του. Θυμήθηκε κάτι που έλεγε κάποιος μικρός. ‘Τι γυρεύω μέσα στη νύκτα των άλλων?’. Πόσο δίκηο είχε ένας μικρός. Και ποιος είναι αυτός που νομίζει πως πάντα έχει δίκηο? Τι κι’αν τις πλείστες φορές ότι προβλέψει συμβαίνει? Τι κι’αν νομίζει πως ξέρει να διαβάζει τις ψυχές? Νομίζει. Τι είναι περισσότερο από ένας απλός άνθρωπος αλλά φαίνεται με πολλή υπεροψία? Τι κι’αν τελικά ξέρει? Αφού οι άλλοι περνάνε καλά μη ξέροντας αυτά που ο ίδιος βλέπει...


Συνέχισε το κείμενο. Κοίταξε για άλλη μια φορά το κινητό του να δει αν είχε μήνυμα. Όχι, δεν περίμενε. Απλά δεν ήθελε αν ερχόταν να καθυστερήσει να απαντήσει. Δεν ήθελε να νοιώσει η αποστολέας πως την έχει ξεγράψει. Καμιά απ’αυτές που είχε αγαπήσει δεν είχε ξεγράψει. Απλά μειονόταν ο βαθμός έντασης της αγάπης του. Η αγάπη είναι παντοτεινή. Απλά πολύ πιο έντονη όταν είναι παροντική. Και αυτό έγραφε στο κείμενό του. Εμπλουτισμένο φυσικά με τις χυδαιότητές του, κάτι που σε πολλούς δεν άρεσε, αλλά δεν έγραφε για να αρέσει. Ήξερε πως όποιος διάβαζε ή άκουγε κάτι, αν συνδυαζόταν με κάποιο συναίσθημα, αποτυπωνόταν στο υποσυνείδητό του και απασχολούσε πλέον τη σκέψη του. Είτε το απέρριπτε στο τέλος είτε το ενστερνιζόταν δεν είχε σημασία. Φτάνει που προβληματίστηκε, έστω κι’ασυνείδητα. Και όχι, δεν τό’κανε επίτηδες. Απλά στις πλείστες περιπτώσεις δεν απέφευγε να εκφραστεί ωμά και αυθόρμητα για να γίνει αρεστός. Θεωρητικά είχε χάσει αρκετούς φίλους. Αλλά ήξερε πως όλους θα τους βρει κάποτε ξανά. Τώρα όμως είχε κουραστεί απ’τα παιχνίδια που ο ίδιος έκανε ή έμπλεκε. Αληθινά παιχνίδια, αληθινές υποθέσεις, αληθινές αγάπες...


Το λάθος του ήταν πραγματικά το ότι ενώ μπορούσε να λαμβάνει μέρος με βάσει τους κανόνες του συντρόφου του, εντούτοις, ακόμα κι’αν άρχιζε έτσι, στο τέλος το γύριζε στους δικούς του. Αδυναμία, πρόβλημα, ποιος ξέρει. Ήξερε πως η αγάπη γι’αυτόν είναι κάτι διαφορετικό απ’ότι για τις γυναίκες π’αγάπησε. Ποτέ δε μπόρεσε να μείνει στη δική τους ερμηνεία. Την έβρισκε τόσο λάθος που στο τέλος τον χαλούσε. Γι’αυτό έγραφε και το άρθρο για την αγάπη, προσπαθώντας να εξηγήσει για ακόμη μια φορά τι είναι αγάπη, λες και δεν ήξερε πως πάλι θα τον απέρριπταν. Κατάφερε να το τελειώσει. Όμως έπρεπε να τελειώσει κάτι ακόμα. Δε μπορούσε να συνεχίσει στον ίδιο μοτίβο. Είχε κουραστεί. Ήθελε να χαλαρώσει. Ένοιωθε πως αυτός ο κύκλος είχε ολοκληρωθεί για ακόμα μια φορά. Και το χειρότερο, ένοιωθε πως απ’την προηγούμενη ολοκλήρωσή του έμεινε στάσιμος. Κι’αυτό πάντα τον ενοχλούσε.


Η νύκτα είχε προχωρήσει βαθειά. Φύλαξε το κείμενό του και μετά το έστειλε και ηλεκτρονικά στη γραμματέα του. Σκεφτόταν τη μάγισσα. Μια απ’όλες τέλος πάντων. Είχε γνωρίσει πολλές τώρα τελευταία. Μάγισσες, νεράιδες, ξωτικά. Όλες λίγο πολύ δράκο τον χαρακτήριζαν. Και δεν είχαν άδικο. Μετά απ’το πρώτο αγκάθι που μπήκε στην καρδιά του και δεν έβγαινε, έγινε δράκος. Και περίμενε μια μάγισσα, μια νεράιδα, μια πριγκήπισσα να του το βγάλει. Κάθε φορά έλπιζε πως την βρήκε. Μα κάθε φορά ανακάλυπτε πως έκανε λάθος. Και κάθε φορά το αγκάθι έμπαινε πιο βαθειά. Αυτή η μάγισσα όμως ήταν διαφορετική. Δεν την βρήκε αλλά τον βρήκε. Και τον αντιμετώπισε σαν δράκαινα, στα ίσα. Αλλά του φάνηκε πως κι’αυτή έχει ένα αγκάθι στην καρδιά. Δε μπορούσε να είναι σίγουρος. Έτσι κι’αλλοιώς, όλα τα θηλυκά του πλανήτη, ανεξαρτήτως είδους του ζωικού βασιλείου που ανήκουν, λίγο πολύ το ίδιο συμπεριφέρονται κι’αντιδρούν. Αλλά αυτή του φάνηκε πως άξιζε τον κόπο να πάρει το ρίσκο να τη γνωρίσει καλύτερα. Απλά εκείνη έδειχνε πως φοβότανε... Πήρε τηλέφωνο τη γραμματέα του.


-Έλα μικρή μου καλησπέρα. Ελπίζω να μην είσαι με τ’αμόρε και να σε διακόπτω.


-Καλησπέρα κύριε Καίσαρα, όχι απόψε δε μπορούσε να βρεθούμε, βλέπει μπάλα με τους κολλητούς του. Τι απόψε δηλαδή, εδώ και 2 βδομάδες. Τι με θέλετε?


Ε ρε μαλάκα, σκέφτηκε, ύστερα θά’χεις παράπονο που θα σου πηδήξουν τη γκόμενα, αν και έτσι τούβλο που είσαι ούτε που θα το καταλάβεις. Λες και δε μπορούσες να τη δεις μετά τη μπάλα ή να αφήσεις και κανά αγώνα πίσω.


-Σού’στειλα το τελευταίο κείμενο. Κλείνω και φεύγω. Πάω διακοπές. Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω. Θα σου στέλνω τα κείμενα ηλεκτρονικά. Δε σου λέω που θά’μαι και για να μην ξέρεις και σου φύγει να το πεις αλλά και επειδή δεν ξέρω. Και δεν θέλω να μαθαίνω τίποτα απ’ότι συμβαίνει εδώ εκτός αν κρίνεις πως είναι πάρα πολύ σημαντικό για σένα, ζήτημα ζωής και θανάτου.


-Κύριε Καίσαρα μένω για ακόμη μια φορά έκπληκτη. Έτσι ξαφνικά? Μόλις τ’απόγευμα μου λέγατε για το τι θα κάνατε το Σαββατοκύριακο.


-Θα κάνω ένα μακρύ Σαββατοκύριακο μικρή. Όλες οι μέρες θα ονομάζονται Σαββατοκύριακο. Μέχρι να αποφασίσω ότι ξεκουράστηκα.


-Τι να πω. Με κάνετε πραγματικά να λυπάμαι που θα σας χάσω για τόσο καιρό.


-Θα παίρνεις όμως τα κείμενά μου άρα θα ξέρεις πως είμαι καλά. Και εν’όσω δεν θα μαθαίνω νέα σου θα ξέρω πως είσαι καλά. Ναι?


-Ναι... Και το γραφείο σας να το κλειδώσω?


-Όχι. Είμαι σίγουρος πως κάποιος θα μπαίνει για λίγο να κάθεται στην καρέκλα μου να βλέπει τους τοίχους με τις εικόνες και την πόλη απ’το παράθυρο.


Χαμογέλασε. Ήταν σίγουρος πως θα συνέβαινε για λίγο καιρό. Γιατί αυτό συμβαίνει και τώρα. Για μετά δεν ήξερε. Και δεν τον ενδιέφερε.


-Τι να σας πω τώρα? Καλό ταξίδι? Καλές διακοπές? Καλή ξεκούραση? Καλή επιστροφή? Όλα μαζί? Τι να πω?


-Ότι δεν θ’αφήσεις τους λύκους εδώ μέσα να σε δαγκώσουν. Θα προσέχεις τον εαυτό σου. Κι’όταν γυρίσω να σε βρω δυνατή και χαρούμενη. Και ότι επίσης θα φροντίσεις το αμόρε σου να προτιμά εσένα παρά τη μπάλα αλλοιώς την έβαψε.


Γέλασαν κι’οι δυο.


- Έλα καληνύκτα μικρή μου!


-Καληνύκτα, στο καλό. Θα σας περιμένω, ελπίζω σύντομα.


Έκλεισε το τηλέφωνο. Πολύ νόστιμη και σεξουλιάρα η μικρή. Καυλιάρα με τα όλα της χωρίς να προκαλεί με την εμφάνισή της ή τη συμπεριφορά της. Θα την πήδαγε άνετα και άγρια αν ήταν ιδιαιτέρα κάποιου άλλου, αλλά όχι ενόσω ήταν δικιά του. Ήταν μια απ’τις ελάχιστες αρχές που δεν παρέβαινε. Πήρε το λαπτοπ του, τα κλειδιά του, έσβησε τα φώτα βγαίνοντας και προχώρησε ανάμεσα στα γραφεία προς την έξοδο με μόνο φως της πανσελήνου. Ένοιωσε πως κάποιος τον παρακολουθεί. Συνέχισε ήρεμος, νοιώθοντάς τον να πλησιάζει. Ξαφνικά γυρίζει και πατάει το τηλεχειριστήριο για τα φώτα. Τον βλέπει να του ορμά. Κάνει στο πλάι κι’ο επίδοξος εχθρός χάνει την ισορροπία του και πέφτει. Πάει από πάνω του και βάζει το πόδι του στο λαιμό. Τον κοιτάει κατάμματα. Σηκώνει το πόδι και του δίνει το χέρι για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Στέκεται κι’εκείνος όρθιος. Τον ξανακαρφώνει στα μάτια. Βλέμμα έρωτα και πάθους για τις γυναίκες, θανάτου για τους άνδρες.


-Πάνω απ’όλα και όλους η αγάπη. Φρόντισε ποτέ να μην την προδώσεις. Γυναίκες πολλές, μουνιά αχόρταγα, η αγάπη όμως μια και μοναδική. Και να θυμάσαι. Τις γυναίκες ή τις παρατάνε οι άλλοι ή δε μπορούν να τις κρατήσουν για να έρθουν κοντά σου. Λίγοι μπορούν πραγματικά να μαγέψουν γυναίκα. Και συ δεν είσαι ένας απ’αυτούς. Και το παρελθόν της να σ’ενδιαφέρει μόνο αν δεν θες να τη γαμήσεις αλλά να τη βοηθήσεις ν’απαλλαγεί. Ένας απ’τους δυο μας έχασε. Φαινομενικά εγώ. Ίσως και στην πραγματικότητα. Κάποτε όμως τα φαινόμενα απατούν. Και κάποτε μόνο αν χάσεις ένα ανούσιο ασήμαντο αγώνα μπορείς να καταλάβεις πως έχασες το χρόνο σου και να ξεκινήσεις τη μάχη που έπρεπε να επικεντρωθείς απ’την αρχή. Καλή συνέχεια...


Συνέχισε βγαίνοντας απ’την τεράστια αίθουσα και κλείνοντας με το τηλεχειριστήριο τα φώτα και πάλι, αφήνοντάς τον στο σκοτάδι, λες και εκεί ήταν η θέση του εξ’αρχής. Βγήκε απ’το κτίριο και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Η έκλειψη της πανσελήνου άρχισε σιγά σιγά. Η καρδιά του φτερούγισε. Χαμογέλασε. Προχώρησε προς το αυτοκίνητό του. Ξαφνικά σταματά απότομα μπροστά του ένα ταξί. Ανοίγει η πόρτα και δυο τέλεια πόδια κάνουν την εμφάνισή τους. Σκύβει λίγο και βλέπει ένα πρόσωπο που ποτέ δεν ξαναείδε αλλά ένοιωθε πως το ήξερε χρόνια.


-Χάλασε η σκούπα μου. Θα’ρθεις ή θα’ρθω? τον ρώτησε με ένα μαγικό χαμόγελο. Της έδωσε το χέρι για να κατέβει, πλήρωσε το ταξί, την πήρε στην αγκαλιά του και τη φίλησε με πάθος.


-Φύγαμε μάγισσά μου, της ψιθύρισε στ’αυτί. Της άνοιξε την πόρτα, έβγαλε τη γραβάτα του, το σακκάκι του, τα έριξε στο πίσω κάθισμα μαζί με το λαπτοπ του, κάθησε στη θέση του και έβαλε μπρος.


-Για που? τον ρώτησε.


-Μακρυά. Σ’ένα παραμύθι με πύργους, δράκους, μάγισσες. Εκεί που λέξεις όπως η αγάπη έχουν την πραγματική τους σημασία. Μακρυά.


-Φύγαμε γλυκέ βάρβαρε αυτοκράτορά μου, του είπε.


Χαμογέλασαν. Τον φίλησε με ακόμα περισσότερο πάθος και ξεκίνησαν...

Δεν υπάρχουν σχόλια: