Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο...



Γεννήθηκα φτωχός κι'υγιής. Οι γονείς μου, φτωχοί κι'αυτοί, δούλευαν, στην αρχή μόνο ο πατέρας μου και μετά, όταν έγινα 2μισυ χρόνων κι'η μητέρα μου (η οποία δούλευε απ'τα 14 της και διέκοψε μόνο για να με γεννήσει και να μεγαλώσω λιγάκι), για να βγάλουμε τα προς το ζην. Και εκεί που τα πράγματα θα πήγαιναν λίγο καλύτερα για μας, όταν ήμουνα 6 χρόνων, έγινε ο πόλεμος. Και πήγαν ακόμη χειρότερα. Και γίναμε ακόμα πιο φτωχοί. Ο πατέρας μου έχασε τη δουλειά του και έμεινε άνεργος για 3 χρόνια σχεδόν. Μέναμε σ'ένα σπίτι πλινθόκτιστο παλιό με τον παππού και τη γιαγιά, χωρίς νερό (παίρναμε απ'τον σπιτονοικοκύρη μια φορά τη βδομάδα και γεμίζαμε βαρέλια μεγάλα) και εννοείται χωρίς θέρμανση. Πήγαινα δημοτικό. Η μάνα μου δούλευε 2 και 3 δουλειές για να ζήσουμε. Η επίσημη σχολική μου στολή ήταν και τα καλά μου ρούχα, που τα φορούσα σε γάμους και γιορτές. Αγόραζα ένα ζευγάρι παπούτσια κάθε 3 μήνες και τα φορούσα όλες τις ώρες, σχολείο και παιχνίδι, μέχρι να λοιώσουν ή να τρυπήσουν. Θυμούμαι κάθε Χριστούγεννα περίμενα να'ρθουν στο σχολείο να πάρουν μέτρα από μας τα προσφυγόπουλα να μας κάνουν παπούτσια. Ένα ζευγάρι. Η χαρά απερίγραπτη. Παίρναμε και συσσίτιο τότε, καθημερινά. Μετά τα έκοψαν όλα. Και τα παπούτσια. Για ένα διάστημα φορούσα τα παπούτσια του πατέρα μου (φορούσαμε ίδιο νούμερο τότε) που δεν του έκαναν. Και τα Χριστούγεννα ήθελα πολύ ένα παιχνίδι για δώρο. Σπάνια μ'αγόραζαν. Τα ρούχα ήταν πιο χρήσιμα, όπως και δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Αργότερα μια μπάλα ήταν σπουδαίο δώρο. Μεγαλώνοντας μπήκα στην αρχή στη χορωδία και μετά στην ορχήστρα του σχολείου μου. Αλλάξαμε και σπίτι, με περισσότερο ενοίκιο, νερό αλλά και πάλι χωρίς θέρμανση. Μια θερμάστρα υγραερίου έκανε μια χαρά τη δουλειά της. Σημαντικά και πολύτιμα δώρα για μένα ένας αυλός και αργότερα μια κιθάρα. Χριστούγεννα, σχολική γιορτή, σκετσάκια. Και μετά 2 βδομάδες σπίτι. Με μια μητέρα που δούλευε και την έβλεπα ελάχιστα κι'ένα πατέρα που εν τω μεταξύ βρήκε δουλειά κι'είχε τις αργίες του, αλλά κι'αυτόν τον έβλεπα ελάχιστα. Και τον άλλο παππού και την άλλη γιαγιά, τους θείους, τις θείες, τα ξαδέλφια. Και τη λειτουργεία στην εκκλησία. Και φαγητό. Και λιγότερο φτωχός αλλά και πάλι φτωχός. Θυμούμαι, την πρώτη φορά που μπορούσαμε ν'αγοράσουμε ρούχα 'ποιότητας' για μένα, μάρκα δηλαδή, όταν μπήκαμε στο κατάστημα και είπαμε της πωλήτριας τι θέλαμε (ένα παντελόνι και μια μπλούζα δηλαδή, τίποτα ιδιαίτερο), μας κοίταξε και είπε 'Ξέρετε, τα ρούχα μας είναι ακριβά'. 'Το ξέρουμε' της είπαμε. Και τ'αγοράσαμε. Μισός μισθός του τότε περίπου. Και μετά μεγάλωσα κι'άλλο, και πήγα γυμνάσιο. Και πάλι γιορτές, και κατασκηνώσεις με το κατηχητικό, και επισκέψεις σε ιδρύματα και νοσοκομεία και στις φυλακές με τη φυλαρμονική της Αρχιεπισκοπής. Κι'αλλάξαμε πάλι σπίτι, σε οικισμό εκτοπισθέντων πλέον, χωρίς ενοίκιο αλλά πάλι με τη θερμάστρα του υγραερίου. Και όταν μεγάλωσα κι'άλλο κάλαντα στους δρόμους της Λευκωσίας με τους συμμαθητές μου, παίζοντας κιθάρες και τρίγωνα και τραγουδώντας, με τις εισπράξεις να πηγαίνουν για βοήθεια στα εγκλωβισμένα παιδιά που ζούσαν και μαθήτευαν στα κατεχόμενα χωριά μας, κάτω απ'τον τούρκικο στρατό. Και τότε είχα 2-3 αλλαξιές ρούχα και 2-3 ζευγάρια παπούτσια, αλλά ήμουνα πολύ μεγάλος για ν'αγοράσω παιχνίδι. Και δεν αγόραζα τίποτα πλέον, μιας και τις ενδυματολογικές μου ανάγκες τις κάλυπτα όταν προέκυπταν, χωρίς να περιμένουμε τον 13ο. Μόνο ο άλλος παππούς και η άλλη γιαγιά έμειναν ίδια. Και το φαγητό. Και μετά στρατό και μετά αρραβωνιάστηκα και παντρεύτηκα και σπούδαζα και δούλευα. Και άρχισα να έχω τα δικά μου λεφτά. Και τα Χριστούγεννα άλλαξαν τον παππού και τη γιαγιά με τα πεθερικά και τους κουνιάδους. Και έκανα και ρεβεγιόν σε ξενοδοχεία με τη γυναίκα μου και σε κέντρα αναψυχής με φίλους οικογενειακώς. Και μετά από κάποια χρόνια ξανάγινα φτωχός. Λόγω ανωτέρας βίας ή λόγω ηθικής συμπαράστασης, όπως το δει ο καθ'ένας. Και μετά από λίγα ακόμα χρόνια έγινα πλούσιος. Ή σχεδόν. Κι'όχι τόσο υγιής...

Θυμάμαι τα παραμύθια των Χριστουγέννων. Και τα τραγούδια. Αγαπημένα μακράν το κοριτσάκι με τα σπίρτα και ο μικρός τυμπανιστής. Τα συναισθήματα ίδια, από τότε μέχρι σήμερα. Ένα παιδί ξεχνά γρήγορα τον πόνο που μπορεί να του προξενήθηκε. Για κάποια χρόνια, όταν υποτίθεται μεγάλωσα, δεν ξεχνούσα. Ούτε τώρα που ξανάγινα παιδί. Αλλά τώρα είμαι ευγνώμων για όλα αυτά. Και δεν πονώ. Γιατί ξέρω πως τότε, όπως και τώρα, είμαι ευτυχισμένος. Τότε γιατί δεν ήξερα και δεν χρειαζότανε να ξέρω, τώρα γιατί ξέρω. Ξέρω ότι είχα και έχω τα πάντα. Γιατί και τότε και τώρα είχα ότι χρειαζόμουνα. Ότι χρειάζονται χιλιάδες παιδιά που όμως δεν έχουν. Μια στεγνή αλλαξιά ρούχα να μην κρυώνουν, ένα πιάτο φαγητό να μην πεινάνε κι'ένα αύριο. Όλη η περιουσία, όλοι οι θησαυροί του κόσμου. Ένα δύσκολο ίσως κι'επικίνδυνο αύριο, ακόμα και για το νεογέννητο Χριστό, που ήρθε ταπεινά με σκοπό την Ανάσταση μέσω των Παθών και της Σταύρωσης για να δώσει σ'όλους μας αυτό. Ένα αύριο.

Πριν αρχίσεις λοιπόν να γκρινιάζεις για όλους και όλα, να παραπονιέσαι για όλους και όλα και να κατηγορείς όλους κι'όλα, σκέψου. Κοίταξε τα πόδια σου, κοίταξε τον εαυτό σου στον καθρέφτη, κοίταξε το τραπέζι σου κι'αν έχεις ένα ζευγάρι παπούτσια, μια αλλαξιά ρούχα στεγνά, ένα σερβίτσιο και κάτι για να φας σήμερα δόξασε το νεογέννητο Χριστό και χαμογέλα. Κι'αν δεν έχεις κάτι ή τίποτα απ'αυτά πάλι δόξασε το νεογέννητο Χριστό και χαμογέλα. Γιατί εσύ έχεις το αύριο. Και τη δύναμη να τ'αποκτήσεις. Κάποιοι δεν έχουν και δεν θα έχουν ποτέ τίποτα. Ούτε καν αύριο...

Καλά Χριστούγεννα...

1 σχόλιο:

ναυτιλος είπε...

εξαιρετικο κείμενο και η αξια του εγκειται στο οτι ειναι απλως αληθινο.