Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Ζωντανοί νεκροί...



Παλέψανε για το οκτάωρο. Οκτώ ώρες δουλειά, οκτώ ύπνο, οκτώ αναψυχή. Οκτώ ώρες ύπνο για νά'χεις τη δύναμη και την αντοχή και την υγεία να δουλεύεις για οκτώ ώρες και έτσι νά'χεις τα εφόδια να ζήσεις οκτώ ώρες. Να πεθαίνεις για οκτώ ώρες και ν'αναστήνεσαι για να πολεμάς οκτώ ώρες και να απολαμβάνεις τους καρπούς της νίκης σου τις υπόλοιπες οκτώ, τις ώρες της ζωής. Τι πετύχαμε? Κοιμούμαστε για λιγότερο από οκτώ ώρες, χωρίς να προλαβαίνουμε να πάρουμε τις απαραίτητες δυνάμεις για να αναστηθούμε, πολεμάμε σα νεκροί, περιμένοντας τον εχθρό να μας κατατροπώσει, αρκετές φορές προδίδοντας τα πάντα για να πάρουμε τα εφόδια να ζήσουμε τις οκτώ μας ώρες, τις οποίες όμως αυξήσαμε και τις οποίες συνεχίζουμε να ζούμε σα νεκροί, σα ζόμπι. Άσε που αρκετοί από μας τη μάχη της ημέρας την δίνουμε απ'τα χαρακώματα χωρίς να ρίξουμε βόλι, αφήνοντας τους άλλους να πεθάνουν. Όσοι δηλαδή πάμε στη μάχη. Γιατί υπάρχουν κι'αυτοί από μας που τα πάντα τα έχουμε κάνει θέμα αναψυχής...

Η αναψυχή είναι το δώρο της μάχης που κερδίσαμε με τις δυνάμεις που αποκτήσαμε με το μικρό θάνατό μας και την ανάστασή μας. Κι'εμείς φροντίσαμε να 'διαγράψουμε' την ουσία των μαχών και του θανάτου για να 'ζήσουμε' περισσότερο. Αποτέλεσμα? Το δώρο της ζωής έγινε κατάρα. Καιρός να εξαγνιστούμε. Κι'αν τροποποιηθούν κάπως, όχι πολύ, οι ώρες που διαρκεί κάθε φάση, δεν πρέπει να τροποποιήσουμε την ουσία και τη σημασία της.

Η πρώτη του Μάη είναι κοντά. Καιρός για αλλαγή. Ανεξαρτήτως του υποτιθέμενου κόστους. Ότι αξίζει πονάει κι'είναι δύσκολο. Αλλά πληρώνει καλά...

Do it to Me...



Οι άνθρωποι ξεχωρίζουν απ'τα ζώα λόγω της λογικής. Άν λοιπόν είναι βλάκες, ή έστω πιο βλάκες από σένα, κι'αν κάνουν πράγματα παράλογα, ή έστω ηλίθια, πάντα κατ'εσένα εννοείται, τότε απλά σημαίνει πως είτε εσύ που τους βλέπεις και τους κρίνεις είσαι άλογος είτε αυτοί ζωοποιήθηκαν. Και στις δυο περιπτώσεις η λύση είναι μία. Αλλάζεις συμπεριφορά. Και οπτική εικόνα. Γιατί αυτοί δεν πρόκειται. Με τίποτα. Δουλεύεις λοιπόν με τα ένστικτά τους κι'όχι την υποτιθέμενη λογική τους. Το παράδοξο? Αυτά πάντα δουλεύουν σωστά...

Καλή κι'όμορφη κυριακή νά'χουμε...

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Οι θησαυροί...






Άναψε την πίπα του. Κοίταξε απ’το παράθυρο. Έβρεχε εδώ και ώρα κι’η ομίχλη κατέβαινε σιγά σιγά στις στέγες των σπιτιών. Νύχτωνε σε λίγο κι’αυτό έκανε τη σκηνή ακόμα πιο μελαγχολική. Η μουσική απ’το λαπτοπ ακουγόταν απαλά στο δωμάτιο. Ιδανική ατμόσφαιρα για περισυλλογή και διαλογισμό. Τράβηξε μια ρουφηξιά και φύσηξε τον καπνό στο τζάμι. Για μια στιγμή φάνηκε πως η ομίχλη κάθισε στο δρόμο αλλά γρήγορα ο καπνός διαλύθηκε.
Μανιώδης καπνιστής θα’λεγε κάποιος. Κάπνιζε τα πάντα. Τσιγάρα, στριφτά και μη, πούρα, πίπα. Φτάνει να ήταν αρωματικά. Και όμως, μπορούσε ν’αντέξει άκαπνος δωδεκάωρα ολόκληρα, ακόμη και περισσότερο, όπως τότε που ταξίδευσε στο Μεξικό παίρνοντας τ’αεροπλάνο απ’το Παρίσι. Σε κάποια πράγματα είχε απίστευτη πειθαρχία, σε κάποια άλλα απίστευτη αναρχία. Χρόνια τον παίδευε αυτό, προσπαθώντας να βρει μια λύση. Κι’έβρισκε, αλλά δεν έβρισκε κίνητρο να τις εφαρμόσει, τουλάχιστο όχι πιο δυνατό απ’την άμεση ευχαρίστησή του.

Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά. Κοίταξε την στάχτη που σχηματιζόταν σιγά σιγά στο πάνω μέρος του καπνού και στο μυαλό του’ρθαν καραβοκύρηδες να κρατούν το τιμόνι και να καπνίζουν την πίπα τους, αρμενίζοντας στο πέλαγος προσπαθώντας να φτάσουν στον προορισμό τους, έχοντας στο μυαλό τους πάντα εκείνη. Ένα προορισμό προσωρινό, για ξεκούραση, για να ξανανιώσουν για λίγο απλοί καθημερινοί άνθρωποι, για να ημερέψουν τα πάθη τους και τα ένστικτά τους και να ξαναξεκινήσουν. Επιστροφή θα το’λεγε κάποιος, αλλά πώς μπορείς να επιστρέφεις όταν πάντα θα ξαναφεύγεις, και μάλιστα ξέροντας πως ίσως κάποια φορά δεν επιστρέψεις?

Προσπάθησε να τραβήξει ακόμα μια ρουφηξιά. Είχε σβήσει. Έψαξε τον αναπτήρα. Σκέφτηκε πόσο μπήκε η τεχνολογία στη ζωή μας. Ακόμα κι’αναπτήρες σκυφτούς, ειδικά για πίπες έκαναν. Και ειδικούς και για πούρα. Την άναψε, τράβηξε ακόμα μια ρουφηξιά κι’άνοιξε την τηλεόραση. Μηχανική κίνηση. Έτσι κι’αλλοιώς ήξερε τι θα’βλεπε, ή μάλλον τι θα’κουγε, μιας και δεν συνήθιζε να βλέπει τις ειδήσεις. Θανάτους, πλημμύρες, σεισμούς, φτώχεια, πείνα, εξαθλίωση, απάτες, κρίσεις, κατακρίσεις, ξεφτίλισμα λαών, θρασύτητα αρχόντων. Αδιάφορος θα’μενε και πάλι. Ακόμα και στο άκουσμα της είδησης του πρώτου άστεγου νεκρού απ’το κρύο στην Αθήνα. Ήταν κάτι που περίμενε. Δεν λυπήθηκε. Ήξερε πως ο καθένας μας ήταν άξιος της μοίρας που επέλεξε κι’ο κάθε λαός άξιος της ηγεσίας που επέλεξε. Κι’αυτοί παιδιά της ίδιας κοινωνίας μ’αυτόν, μεγαλωμένοι με τις ίδιες αρχές, τις ίδιες ανάγκες απλά σε διαφορετικές πλευρές, εκτός από κάποιους που ήξεραν τι ήθελαν και το ήθελαν πολύ και κατάφεραν ν’αλλάξουν πλευρά.
Η κρίση ήταν τεχνητή. Απορούσε πώς κανείς δεν το’βλεπε. Κι’απορούσε πώς όλοι ήθελαν τους άλλους να χάσουν χωρίς να χάσουν αυτοί. Απορούσε? Μάλλον απορούσε αν όλοι αυτοί ήξεραν τι έκαναν, τι ήθελαν, τι έλεγαν, αν ήταν βλάκες ή εγκληματίες, ανάλογα απ’την πλευρά που ήταν, κατ’επιλογήν ή εκ γενετής. Όλοι κατηγορούσαν την κρίση και την κυβέρνηση για τον άστεγο που πέθανε, αλλά κανείς δεν σκέφτηκε πως αν έβαζαν όλοι από ένα ευρώ, κανείς δεν θα πέθαινε, κανείς δεν θα πείναγε. Άρτον και θεάματα θέλει ο λαός. Τα θεάματα τα προσέφεραν απλόχερα οι τηλεοράσεις, τα γήπεδα, οι σκηνές. Τον άρτον ή τον έπαιρνες μόνος, ή σου τον προσέφεραν, είτε σαν αντάλλαγμα υπηρεσιών και γενικά εκδούλευσης είτε δωρεάν. Αλλά τώρα η ανικανότητα των ικανών να προσφέρουν δωρεάν έφερε την πείνα. Δεν ήξερε ποιον θα’πρεπε να λυπάται περισσότερο. Τους ικανούς που πλέον δεν ήταν ικανοί ή τους άλλους, που αρκέστηκαν στο δωρεάν καταδικάζοντας τον εαυτό τους σε ολική ανικανότητα ή αδυναμία.

Ξανακοίταξε απ’το παράθυρο. Η βροχή είχε σταματήσει κι’η ομίχλη είχε φύγει, σημάδι πως αέρας είχε φυσήξει. Είχε νυχτώσει και τα φώτα των δρόμων ανακλούσαν την λάμψη τους στο βρεγμένο οδόστρωμα. Τράβηξε ακόμα μια ρουφηξιά και ξαναθυμήθηκε τους καπεταναίους που χάραζαν την πορεία τους στους χάρτες και την επιβεβαίωναν με τ’άστρα, έχοντας πάντα στο μυαλό εκείνη. Και απ’εκεί το μυαλό πέταξε στους σταυροφόρους, στους ιππότες, στους στρατιώτες, στους οδοιπόρους, στους ταξιδιώτες, στους ασθενείς, τους ποιητές, τους συγγραφείς, τους μουσικούς, όλους που στο μυαλό έχουν εκείνη. Την κάθε εκείνη, την όποια εκείνη.

Τράβηξε ακόμα μια ρουφηξιά κι’έφερε στο μυαλό του εκείνη. Χαμογέλασε στη σκέψη της. Έκλεισε τα μάτια κι’ένοιωσε το άρωμά της, τη γεύση της, το δέρμα της απαλό στο άγγιγμά του. Άνοιξε τα μάτια και πήγε να κλείσει την τηλεόραση. Η μουσική απ’το λάπτοπ ακόμα ακουγόταν στο δωμάτιο. Ξαναπήγε στο παράθυρο σαν κάτι να περίμενε. Στο μυαλό του ήρθε άλλη μορφή, άλλη εκείνη. Το χαμόγελο ξαναζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Άλλη γεύση, άλλο άρωμα, άλλο άγγιγμα, το ίδιο ωραία, το ίδιο ερεθιστικά, το ίδιο μεθυστικά. Το μόνο που δεν τον ανησυχούσε σοβαρά ήταν το τι θα κάνει όταν με το καλό γεράσει, αν ποτέ συμβεί μιας και ήξερε πως το τέλος είναι σίγουρο κι’απρόβλεπτο. Θα’χε πολλές ‘εκείνες’ να φέρνει στη σκέψη, καπνίζοντας ή μη την πίπα του. Αμέτρητες όμορφες στιγμές, αμέτρητοι έρωτες, αμέτρητες ζωές.
Συνέχισε να χαζεύει απ’το παράθυρο. Του φάνηκε πως τα σύννεφα έφυγαν. Βγήκε στο μπαλκόνι παρά την παγωνιά και κοίταξε τον ουρανό. Ναι, είχε ξαστεριά. Μπήκε πάλι μέσα στη ζεστασιά. Σκέφτηκε πόσο τυχερός ή πόσο άξιος ήταν που κατάφερε να ‘βολευτεί’ και σήμερα να απολαμβάνει τους καρπούς των κόπων του, παρ’όλο που ήξερε πως η πιθανότητα να τον αγγίξει η κρίση, αν και απομακρυσμένη, υπήρχε. Πήγε στο παράθυρο και προσπάθησε να διακρίνει τα άστρα, παρ’όλη τη λάμψη των φώτων των δρόμων. Η τεχνολογία εδώ του στερούσε τη μαγεία.

Περνούσαν απ’το μυαλό του γρήγορα οι ειδήσεις, οι θάλασσες, οι ταξιδιώτες των θαλασσών, της μουσικής, των γραμμάτων, της ζωής κι’εκείνη. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από καταβολής κόσμου. Τα πάντα ίδια, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές απλώς. Κι’ο καθένας έπαιρνε ότι του άξιζε, ανάλογα με την προσπάθεια και τις θυσίες πού’χε κάνει για να κατακτήσει τη ζωή. Η κάθε ζωή είχε το αντίτιμό της. Κι’η κατάκτησή της ήταν η γεύση της νίκης την κάθε στιγμή που ζούσες. Οι θησαυροί της ήταν όλα αυτά που θα κουβαλούσες στο μυαλό και στην καρδιά όταν θα σταματούσες να παλεύεις για κατακτήσεις, όταν θα έγερνες ν’απολαύσεις τα λάφυρά σου, τους θησαυρούς που κατάφερες ν’αποκτήσεις με τις κατακτήσεις σου. Όταν θα ζούσες πλέον με τις αναμνήσεις σου και μόνο, περιμένοντας το μεγάλο νικητή να σ’ανταμώσει σ’ένα παιχνίδι που ήξερες απ’την αρχή το τέλος του. Ένα παιχνίδι που δεν θα διέφερε σε τίποτα στον τρόπο που θα παιζόταν απ’τον τρόπο που έπαιζες το παιχνίδι της ζωής, τον τρόπο που έδινες τις μάχες και τους πολέμους για να την κατακτήσεις και ν’αποκτήσεις τους θησαυρούς της.

Κτύπησε το τηλέφωνο.
‘Καλησπέρα, πήρα να δω πώς είσαι’.
‘Έλα απ’εδώ καλύτερα, να τα πούμε με την ησυχία μας.’
‘Σε μια ωρίτσα θα’μαι εκεί’.

Έκλεισε το τηλέφωνο. Τράβηξε ακόμα μια ρουφηξιά. Πήγε και διευθέτησε τα αρωματικά κεριά, άναψε το φωτιστικό στη γωνιά, έβαλε το cd player να παίζει, έβαλε κρασί στο ψυγείο και πήγε για μπάνιο. Χαμογέλασε. Ακόμα μια κατάκτηση, ακόμα ένας θησαυρός στο θησαυροφυλάκιο του μυαλού και της καρδιάς του.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Ταιριάζουμε...



Σ'αυτό τον κόσμο κανείς δεν ταιριάζει με κανένα, τουλάχιστο πλήρως. Απλά κάποια πράγματα τα έχουμε κοινά. Κοινά ενδιαφέροντα, κοινές απόψεις, κοινές ανάγκες, κοινές επιθυμίες, κοινές φιλοσοφίες, κοινούς στόχους, κοινά πάθη. Κάθε τι απ'τα πιο πάνω μας φέρνει πιο κοντά. Αλλά σ'όλα τ'άλλα ίσως να διαφέρουμε εντελώς. Κι'εδώ έρχεται αυτό που λέμε 'Ανέχομαι' ή 'Δέχομαι' ή 'Δε μ'ενοχλεί' ή 'Αγαπώ'. Εννοείται πως περισσότερο μας ενώνουν τα συναισθήματα, τα πάθη κι'οι ανάγκες. Όπως και μας χωρίζουν. Η απόφαση λοιπόν αν θα 'Αγαπήσουμε' κάποιον ή κάποιους για όλες εκείνες τις διαφορές που μας χωρίζουν είναι καθαρά δική μας. Πέρα από πάθη και πόθους. Πέρα από ανάγκες κι'επιθυμίες. Γιατί η Αγάπη είναι απόφαση. Γιατί 'Αγαπώ' σημαίνει 'Εσύ', πέρα από μένα. Σημαίνει νοιάζομαι για σένα, για το δικό σου καλό. Αλλά για να σ'αγαπώ πρέπει να υπάρχω, άρα δε μπορώ να σ'αγαπώ ενάντια σε μένα. Ακόμα κι'αν ταιριάζουμε σ'όλα, αν αυτό με καταστρέφει ή σε καταστρέφει τότε δεν είναι αγάπη. Γιατί η Αγάπη είναι και ζωή. Ναι, η Αγάπη είναι απόφαση ζωής. Της δικής μου, της δικής σου, όλων μας. Πριν ξαναπείς λοιπόν 'Σ'αγαπώ' ή 'θέλω ν'αγαπήσω' ή 'θέλω να αγαπηθώ' σκέψου το καλά. Αξίζεις ν'αγαπηθείς? Μπορείς ν'αγαπήσεις? Θες ν'αγαπήσεις? Κι'αν ναι τόλμησέ το. Χωρίς έρωτες, πόθους και πάθη. Αυτά φροντίζουν γι'αυτά από μόνα τους. Φτάνει ένα βλέμμα, ένας ψίθυρος κι'όλα ανάβουν. Και τότε η αγάπη μένει στην άκρη και περιμένει να σβήσουν. Μόνο τότε ζει αληθινά ή βλέπει πως δεν έζησε ποτέ. Μόνο τότε ξέρεις αν τελικά ήταν μόνο απόφαση ή και ζωή...

Αντί λόγου...



Λένε πως ο καθένας ακούει και βλέπει ότι θέλει. Κι'αυτό είν'αλήθεια κάπως. Βασικά ακούει και βλέπει ότι συνήθισε να ψάχνει ν'ακούσει και να δει. Στ'άλλα απλά δεν δίνει σημασία. Ή δίνει σημασία αλλά τα ερμηνεύει όπως τ'άλλα που τ'αρέσουν και τον ενδιαφέρουν. Προσωπικά, μετά την κοσμοθεωρία μου που βασίζεται κυρίως στους ανθρώπους των σπηλαίων, το μόνο που βλέπω είναι ανθρώπους απλούς, που διαφοροποιούνται με τις λέξεις που χρησιμοποιούν, οι οποίες βασίζονται στη φιλοσοφία που έχουν για τη ζωή και τους ανθρώπους. Τι σημαίνει αυτό? Πως δεν χρειάζεται να έχεις πλούσιο λεξιλόγιο, ούτε να γράφεις ή να διαβάζεις ποίηση. Μόνο να ξέρεις να συντάξεις τις ίδιες λέξεις με τρόπο που για τον καθένα να ακούγονται σωστά, να είναι αυτές που θέλει ν'ακούσει. Και πώς συμβαίνει αυτό? Απλά νοιώθοντάς τον. Όχι υποκρινόμενος. Απλά συντονιζόμενος στη δική του διάθεση, αν σ'αρέσει κι'αν θέλεις. Αν υποκρίνεσαι μπορεί να πετύχει αλλά θά'ναι για λίγο. Αν τον νοιώσεις αληθινά θά'ναι για πάντα. Ακόμα κι'αν δεν ξαναμιλήσετε ποτέ. Γιατί θα τού'χεις χαρίσει μια γεμάτη στιγμή, είτε αυτή θα κορυφωθεί μ'ένα απλό χαμόγελο, είτε με τη ζεστασιά της φωνής σ'ένα δάκρυ έτοιμο να κυλήσει, είτε ακόμα και μ'ένα οργασμό. Πολύ απλά? Ναι. Πολύ απλά. Τόσο απλά όσο κι'ο άνθρωπος, η ευτυχία, η ζωή...

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Κι'αν δεν είδες τ'αστέρια μην ανησυχείς...



Για κάποιον είσαι όλα τ'αστέρια, το φεγγάρι κι'ο ήλιος μαζί... Απλά σε ψάχνει ακόμα... Καληνύχτα...

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Μωσαϊκό...

Η ζωή είναι μωσαϊκό. Για νά'χει αξία, για νά'ναι ωραία, πρέπει να υπάρχουν όλες οι ψηφίδες, όλα τα χρώματα, όλα τα είδη. Αλλά πάνω απ'όλα μεράκι από σένα πού'σαι ο καλλιτέχνης της δικής σου ζωής για να συμπληρώσεις την εικόνα... Τη δικιά σου εικόνα, τη δικιά σου ζωή...






Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

On The Turning Away...



Η ζωή μας είναι γεμάτη στροφές. Στροφές, εσωτερικές, εξωτερικές, επαναστροφές, επιστροφές, αναστροφές, αντιστροφές, υποστροφές, υπερστροφές, αποστροφές, διαστροφές... Πρόσεξε μην αποκοιμηθείς και πας ευθεία. Είναι η μόνη φορά που θά'ναι καταστροφικό. Εκτός αν ξυπνήσεις λίγο πριν τον τοίχο. Αλλά αν δεν τα καταφέρεις δεν πειράζει. Μια άλλη φορά... Ίσως...

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

People Help The People



Οι δυσκολίες είναι για να τις υπερπηδούμε στο δρόμο για την ευτυχία... Καληνύχτα...

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Χριστός Ανέστη!!!




Απ'το πρωί αναστήθηκε ο Χριστός. Απ'το πρωί ετοιμαζόμαστε για τον Καλό Λόγο. Η σκέψη τρέχει σ'αγαπημένα πρόσωπα που είναι μακρυά, σε άγνωστο κόσμο που δυστυχεί, σε ασθενείς, φτωχούς, οδοιπόρους, εργαζόμενους. Σε παλιές και νέες αγάπες, σε θλίψεις του παρελθόντος και του παρόντος. Στη δυστυχία, τη μιζέρια, την αδικία.

Τώρα όμως είναι η σειρά μας. Ανάβουμε ένα κερί για όλους αυτούς, τους βάζουμε απ'το μυαλό στην καρδιά, χαμογελάμε και γιορτάζουμε. Ο Χριστός κάτι θα κάνει και γι'αυτούς. Και μεις, βάζοντάς τους στην καρδιά μας τους χαρίζουμε ότι πολυτιμότερο έχουμε. Την αγάπη μας.

Κανείς δεν θά'ναι μόνος απόψε. Θά'μαστε κοντά τους. Θά'ναι κοντά μας. Κι'όλοι μαζί κοντά Του. Δοξάζοντας κι'ελπίζοντας για ένα καλύτερο αύριο. Ένα αύριο που θα προσπαθήσουμε κι'εμείς να γίνει καλύτερο. Αύριο όμως. Σήμερα γιορτάζουμε. εμείς κι'όλη η πλάση. Γιορτάζουν οι καρδιές. Ας τις κάνουμε χαρούμενες. Ας κτυπήσουν στο ρυθμό των αναστάσιμων καμπάνων. Ας κτυπήσουν στο ρυθμό της αγάπης. Μ'ένα ζεστό χαμόγελο, μια τεράστια αγκαλιά κι'ένα γλυκό φιλί!!!

Χριστός Ανέστη!!! Καλό Πάσχα!!!

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Σε ήχο πλάγιο δεύτερο...




Τα φώτα σβήνουν... Μένουν λίγα καντήλια ηλεκτρικά και λίγα κεριά αληθινά να φωτίζουν το χώρο, καθώς και λίγα halogen ψηλά στον τρούλο, αρκετά όμως για να μπορείς, έστω και με κάποια δυσκολία, να διαβάζεις την ακολουθία.

“Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.”

Νεκρική σιγή, ίσως απ'τις ελάχιστες φορές που συμβαίνει αυτό σε μια εκκλησιά. Σαν σε κηδεία. Ένα αναφιλητό βγαίνει αβίαστα. Τα μάτια βουρκώνουν. Το δάκρυ κυλά στο μάγουλο.

“Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς.”

Λένε πως ποτέ δεν κλαις στο θάνατο κάποιου αν δεν τον έχεις αδικήσει. Πως σε καταβάλει μια χαρούμενη θλίψη στο γεγονός πως έφυγε απ’τα εγκόσμια πλήρης ημερών για να ταξιδέψει εν τόπω χλοερώ. Πως κλαις μόνο αν δεν φάνηκες εσύ εντάξει απέναντί του, αν δεν του συγχώρησες κάποια λάθη που ίσως να έκανε, αν δεν τον αγάπησες όσο του άξιζε.

Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.

Οι διάδρομοι γεμίζουν κόσμο που θέλει να προσκυνήσει. Συζητάνε μεταξύ τους για να περάσει ευχάριστα η αναμονή μέχρι να φτάσουν στον Εσταυρωμένο. Κάποια κλάματα ακούγονται κάπου κάπου από μικρά παιδιά, κάποια γέλια από μεγάλους. Κάποιοι έρχονται απ’τους πλαϊνούς διαδρόμους για να ‘κόψουν δρόμο’ και ν’αφήσουν αρκετούς πίσω στην ουρά, όπως συνηθίζουν να κάνουν σ’όλες τις ουρές, απ’τα φώτα τροχαίας μέχρι ίσως και τα συσσίτια.

“Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.”

Την Κυριακή έριχνα και γω βάια υποδεχόμενος τον Σωτήρα. Χθες φώναζα και γω ‘Άρων Άρων Σταύρωσον Αυτόν’. Έρχεται και Πάσχα. Δεν θ’αφήσουμε το γλέντι να πάει χαμένο. Έχουμε κι’ετοιμασίες να κάνουμε. Στο κάτω κάτω κάθε χρόνο το ίδιο συμβαίνει. Εδώ και 2 χιλιάδες χρόνια. Ένα έθιμο ενός λαού που δεν ξέρει από ρίζες και ήθη, μόνο έθιμα, κι’αυτά ξεθωριασμένα. Σταύρωση τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, Επιτάφιος τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, Ανάσταση μεσάνυχτα Σαββάτου, κροτίδες, πυροτεχνήματα, μαγειρίτσα, τσουρέκια, φλαούνες αυγά.

“Ήλοις προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας.”

Προσπαθώ να νοιώσω την αγωνία των μαθητών και των άλλων ‘οπαδών’ του Θεανθρώπου τότε. Να εξευτελίζεται το ‘είδωλό’ τους, η ελπίδα τους, ο σωτήρας τους και να πεθαίνει σαν εγκληματίας. Κάποιοι να νοιώθουν πως το όνειρο τέλειωσε γι’αυτούς, κάποιοι να φοβούνται για τη δική τους ζωή, κάποιοι να διερωτούνται αν τελικά θ’αναστηθεί ή όχι και αν θα’ναι όπως την ανάσταση του Λαζάρου ή όχι, κάποιοι να λένε πως κι’αυτός ένα πυροτέχνημα ήτανε και ν’αρχίζουν την αναζήτηση του καινούριου ειδώλου. Η αγάπη αρκετών γι’Αυτόν δεν έχει ξεθωριάσει ακόμη, αλλά ως πόσο θα κρατήσει? Το’χει αυτό ο άνθρωπος. Να ξεχνά. Ή μάλλον, να ‘ισορροπεί’ το συναίσθημα του πόνου, της χαράς, της ευγνωμοσύνης, του φόβου με την αδιαφορία. Λίγος χρόνος χρειάζεται. Σκέφτομαι και τον κάθε λογής Τζοχατζόπουλο να λέει ‘Και τον Χριστό τον Σταύρωσαν’.

“Λόγχη εκεντήθη, ο υιός της Παρθένου.”

Το βιβλιαράκι π’αγόρασα για την ακολουθία των Παθών βρίθει από ορθογραφικά λάθη, σε σημείο που κάποιες φορές, γι’αυτούς που δεν είχαν τριβή στο παρελθόν, έστω και λίγη, με την αρχαία ελληνική, ν’ αλλοιώνει το νόημα. Στο ραδιόφωνο είχα ακούσει πως στις 8μισυ είχε πρεμιέρα ένα θέατρο στη Λευκωσία. Ακόμη δεν άκουσα για ρεβεγιόν του Πάσχα, όπως των Χριστουγέννων. Τελειώνει το 11το ευαγγέλιο. Μπαίνω στο διάδρομο με τη γυναίκα μου για να προσκυνήσουμε. Η γυναίκα μου, φυσιολογική από κάθε άποψη, προχωρά μ’ευκολία. Δυσκολεύομαι. Όλοι προσπαθούν να με προσπεράσουν, ενώ με τον όγκο μου καταλαμβάνω τα 2/3 του διαδρόμου. Μετά δυσκολίας προσπαθώ να προχωρήσω χωρίς να πατήσω κάποιον ή να τον ρίξω χάμω. Ο καθένας προσπαθεί να προσπεράσει ότι νομίζει πως αξίζει περισσότερο. Η γυναίκα μου κάθε λίγο γυρίζει και μου ψιθυρίζει ‘Βασίλη, έλα’. Λες και θα χαθούμε στο πλήθος του μετρό της Νέας Υόρκης.

“Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.”

Σκέφτομαι τις πιο τραγικές μορφές της Μεγάλης Βδομάδας, τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τον Ιούδα. Η πρώτη μετανόησε και τιμήθηκε, ο δεύτερος μετάνιωσε και ποτέ δεν τιμήθηκε. Η πρώτη αντικατέστησε τα πάθη της με το πάθος της για Εκείνον, ένα πάθος εντελώς διαφορετικό απ’όλα όσα είχε, αγνό, αμόλυντο, σε σημείο που τα απλά μυαλά παρεξήγησαν ή επίτηδες παρερμήνευσαν για να παρασύρουν. Ο δεύτερος πούλησε εκείνον για τα δικά του πάθη, με κυριότερα το θρησκευτικό και το εθνικό. Όταν κατάλαβε το λάθος του ήταν αργά λέμε. Έτσι μας βολεύει φυσικά. Να’χουμε άλλοθι όταν ξεπουλάμε εμείς τον Κύριο για τα δικά μας πάθη. Κανείς όμως δεν σκέφτηκε πως ίσως τελικά ο Ιούδας να πήγε στον παράδεισο, μιας και είχε αυτοκτονήσει πριν πεθάνει ο Κύριος, άρα ίσως πραγματικά αν μετανόησε να ταπεινώθηκε και να ζήτησε συγχώρεση όταν κατέβηκε ο Κύριος στον Άδη να κυρήξει στους νεκρούς και να την πήρε.

“Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασην.”

Η λειτουργία τελειώνει. Ξεκινούν πλέον να’ρχονται και από μπροστά γριές και μανάδες με τα παιδιά τους για να προσκυνήσουν, αφήνοντας πίσω όλους στην ουρά. Όπως γίνεται και στην κοινωνία, μ’όλους μας που θεωρούμε πως είμαστε ξεχωριστοί ενώ στην ουσία είμαστε ακόμα λιγότερο ικανοί απ’την μετριότητα του πλήθους και απαιτούμε σεβασμό που εμείς ποτέ δεν δείξαμε, ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό. Συνεχίζουν να με προσπερνούν και όταν φτάνω λέω σε μια που ήρθε απ’το πουθενά να περάσει, κοιτάζοντάς την στα μάτια. Μου γνεύει να προσκυνήσω δείχνοντας περίσσεια ευγένεια και μπαίνει ακριβώς πίσω μου. Προσκυνώ και πάω να φύγω με τη γυναίκα μου, περιμένοντας να τελειώσει οι κοινωνικοποίηση των πάντων που κάνουν στην εκκλησία κλείνοντας τους διαδρόμους και τις πόρτες.

“Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;”

Ναι, τα ίδια θα συμβούν κι’απόψε, στην προσκύνηση του Επιταφίου, τα ίδια κι’αύριο, όταν θα προσπαθούμε να πάρουμε πρώτοι το Άγιο Φως. Μετά θα φιληθούμε μ’ανθρώπους που μας έβλαψαν και δεν χωνεύουμε, συγγενείς και μη, θα τηλεφωνήσουμε να ευχηθούμε ή δεν θα τηλεφωνήσουμε να ευχηθούμε, ανάλογα με το πόσο χωνεύουμε ή με το συμφέρον που έχουμε, κι’από βδομάδας, εμείς που ‘ξέρουμε ν’αγαπάμε’ θα ξαναρχίσουμε να μοιράζουμε την αγάπη μας σε φλογερά κορμιά και τα λεφτά μας σε καταναλωτικά είδη προς τέρψιν και ανάταση κορμιού, ψυχής και πνεύματος. Και στην επόμενη επίσκεψη στο Άγιο Όρος, η εξομολόγηση θα’ναι σύντομη. ‘Έκανα τα γνωστά κι’επαναλαμβανόμενα’.

“Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.”

Μ’ενοχλεί που γράφω αυτά σε πλήρη ηρεμία. Ούτε καν με ίχνος κατάθλιψης, να μπορώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου λέγοντας πως ήταν ακόμα μια στιγμή αδυναμίας μου. Σα να βλέπω ανοιχτές τις πύλες του παραδείσου και γω ν’ακολουθώ τα πάθη μου και τα αντικείμενα των πόθων μου στην κόλαση. Ευχόμενος να συμβεί κάτι, αυτό που πολλοί λένε ‘θαύμα’ για να πιστέψουν στον Θεό, πριν να’ναι αργά. Ν’αφήνομαι περιμένοντας. Να γίνομαι ξανά ένας απ’το πλήθος της Ιερουσαλήμ, που περίμεναν το Μεσσία που είχαν φτιάξει στο μυαλό τους με βάση τις ανάγκες τους και τα θέλω τους, εμποδίζοντας τον εαυτό τους να Τον δουν όταν ήρθε.

“Και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης.”

Γιατί αυτοί δεν ήξεραν. Και άλλοι ξέρουν αλλά δηλώνουν άγνοια. Η άγνοια κι’η ηλιθιότητα συγχωρούνται πάντα. Ο Χριστιανισμός όμως είναι πακέτο. Ένα συγκεκριμένο, χωρίς παραλλαγές. Δεν είναι καρτοκινητή με επιλογές. Είτε το παίρνεις είτε τ’αφήνεις. Και αν τ’αλλάξεις απλά δέχεσαι τις συνέπειες. Δεν αρκεί να νίψεις τας χείρας σου. Κάτι που κάναμε όλοι μας. Κι’ας αποδίδουμε τη σημερινή κατάσταση στην απληστία των άλλων που έφεραν την οικονομική κρίση. Ας μη ξεχνάμε κι’αυτοί παιδιά της ίδιας κοινωνίας είναι, όπως και μεις. Κι’αυτοί είναι οι άριστοι που εμείς, σ’όλο τον κόσμο, διαλέξαμε για να’ναι εκεί. Κι’αυτοί είναι οι άριστοι που εμείς, σ’όλο τον κόσμο, επετρέψαμε μέσα απ’τα κατεστημένα που διατηρούμε και κατηγορούμε ν’αναδειχθούν. Οι άριστοι των μετρίων. Οι άριστοι του πακέτου που εμείς αλλάξαμε κατά το δοκούν για να περνάμε καλά χρωστώντας, πρώτ’απ’όλους σε μας και σε Εκείνον.

Ο Χριστός πέθανε. Ζωή σε λόγου μας. Ευτυχώς Εκείνος θ’αναστηθεί. Εμείς? Καλή Ανάσταση…

Samuel Barber - Adagio for Strings, op.11

Jesus Christ Superstar (1973) (14HQ) Gethsemane (((Stereo))) {HQ} (Repost)

O Gliki Mou Ear - Vangelis & Irene Papas

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Αξιοπρέπεια...




αξιοπρέπεια θηλυκό
  1. η ιδιότητα του αξιοπρεπούς, η συμφωνία με τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς
  2. η αίσθηση που έχει ένας άνθρωπος όταν οι άλλοι τον σέβονται και όταν ο ίδιος νιώθει ότι έχει κάποια αξία
    τα βασανιστήρια προσβάλλουν βάναυσα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια


Κάποιος αυτοκτόνησε. Μ'όνομα, ταυτότητα, 70 χρόνια ζωής. Μ'αξιοπρέπεια. Για να μην την χάσει. Κάποιος αυτοκτόνησε για λόγους αξιοπρέπειας. Μια πρόταση που μπορεί να γεμίσει τόμους ολόκληρους και ώρες συζητήσεων στα πάνελς. Κάποιος αυτοκτόνησε για ένα κομμάτι ψωμί, που λένε και οι Κατσιμιχαίοι. Η αυτοκτονία είναι προσωπική υπόθεση. Όπως και η αξιοπρέπεια. Όπως και ο έρωτας...

Δεν είναι ο μόνος που αυτοκτόνησε. Είναι ο πρώτος που τό'κανε στο Μετρό. Ο επόμενος θά'ναι μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Θ'ακολουθήσουν κι'άλλοι. Και μετά? Θα μείνουν πίσω αυτοί που δεν τολμούν ν'αυτοκτονήσουν ή θα μείνουν πίσω αυτοί που τολμούν να ζήσουν, τολμούν να ελπίζουν?

Ποιος φταίει άραγε? Ο Παπαδήμας κι'οι άλλοι πολιτικάντηδες ή εμείς? Αυτοί που τού'βαλαν το όπλο στο χέρι ή εμείς που δεν του το πήραμε? Αυτοί που του πήραν τη μπουκιά απ'το στόμα ή εμείς που δεν του δώσαμε άλλη, απ'το περίσσευμά μας κάποιοι?

Τελικά ποιος είναι ο αξιοπρεπής και ποιος ο αναξιοπρεπής? Και ποιος μας έταξε ζωή εύκολη και δεν κράτησε το τάμα του? Κι'αν ένας 77χρονος ένοιωσε να χάνει την αξιοπρέπειά του στα χρόνια που του έμειναν, τι θά'πρεπε να πουν οι νέοι που ψάχνουν στα σκουπίδια για μια μπουκιά ψωμί κι'ένα μέλλον που δεν υπάρχει?

Κι'αν διερωτάσαι γιατί ανέφερα τον έρωτα πιο πάνω, σκέφτηκες ποτέ πως ο άνθρωπος αυτοεξευτελίζεται στο μέγιστο όταν ζει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, κι'αυτοκτονεί κάποιες φορές για τον ίδιο λόγο? Πόσο περισσότερο μπορεί να εξευτελιστεί κάποιος που απλώς πεινά? Όχι περισσότερο απ'τον τρελλό από έρωτα, όχι περισσότερο απ'τον διπλανό του που τον βλέπει να πεινά την ώρα που δαγκώνει τη μπουκιά απ'το χάμπεργκέρ του και γυρίζει απ'την άλλη. Αξιοπρέπεια? Προυποθέτει θυσία,  κάποτε μαρτύριο.

Στις ελάχιστες κηδείες που πάω, πάντα κάνω την ίδια ερώτηση χωρίς να περιμένω απάντηση. 'Άραγε ποιος είναι ο επόμενος'... Γιατί όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί. Ότι κι'αν κάνεις. Τουλάχιστο κάνε το ελάχιστο που μπορείς. Ζήσε. Γιατί μαγκιά είναι να καταφέρνεις να ζεις, έστω και φτωχά, έστω και 'εξευτελιστικά'. Γιατί το να πεθάνεις είναι χατήρι στους υπόλοιπους. Και η ζωή συνεχίζει το ταξίδι της. Εσύ κατέβηκες απ'το βαγόνι. Και κατέβηκες ακόμα πιο μόνος απ'ότι ήσουνα στο βαγόνι. Τη θέση σου την πήρε άλλος κι'άπλωσε και τα πόδια. Και το χειρότερο? Οι μόνες αποσκευές που πήρες μαζί σου κατεβαίνοντας είναι αυτές που έπρεπε να μην είχες πάρει ποτέ στο ταξίδι. Η θλίψη, η μιζέρια, η απογοήτευση, η αποτυχία, η μη προσπάθεια. Τη στιγμή που πεθαίνεις για την αξιοπρέπεια πετάς το πιο σημαντικό. Την αξία. Σου...

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Romeo And Juliet



Κάθε μέρα είναι Πρωταπριλιά... Ας ζήσουμε το ψέμα μας... Ας αφήσουμε απ'έξω αυτούς που μας το χαλάνε με τα δικά τους ψέματα... Καλημέρα... Καλό μήνα...